Τα δικά μου ταξίδια

Τα δικά μου ταξίδια Κύριε, φώτισέ μου το σκότος!
Αγάπα τον συνάνθρωπο όπως τον εαυτό σου..

Οι φωτογραφίες που ανεβαίνουν στη σελίδα είναι "αλιευμένες" από το διαδίκτυο και αποσκοπούν μόνο στην ψυχαγωγία των μελών.

04/06/2026

Εφτά χρονών, ήμουν, δεν ήμουν. Αλλά εκείνο το μεσημέρι το σπίτι μύριζε απουσία και θάρρος μαζί. Το συρτάρι του μπουφέ με κοιτούσε. Εκεί με περίμενε το πολύτιμο βιβλίο της
με τα χοντρό εξώφυλλο, που το φύλαγε σαν τα μάτια της. Το άνοιγε μόνο όταν αντέγραφε συνταγές σε χαρτάκια με μολύβι αφού πρώτα το έγλειφε στην άκρη. «Η μαγειρική θέλει χέρια, όχι χαρτιά», έλεγε.

Εγώ είχα ένα όνειρο, να γράψω ένα βιβλίο, όχι με γραμμάρια και κουταλιές. Με ιστορίες και μυρωδιές που άκουγα σαν παιδί, στις αυλές της Κοκκινιάς και της Νέας Ιωνίας όταν οι νοικοκυρές γύριζαν με το ταψί από το φούρνο και οι μυρωδιές σου έσπαγαν την μύτη. Συνταγές που ήρθαν από τις χαμένες πατρίδες, μαζί με δυο αλλαξιές ρούχα, τις εικόνες των αγίων τους μαζί με το ταλαιπωρημένο και πονεμένο κορμί τους.

Τράβηξα το συρτάρι. Το βιβλίο ήταν βαρύ. Μύριζε καφέ, κανέλα και χρόνια. Το ξεφύλλισα με τρεμάμενα δάχτυλα, σουτζουκάκια σμυρνέικα. Η σελίδα ήταν λαδωμένη στη γωνία. Δίπλα, με μολύβι, η γιαγιά είχε γράψει: «Βάλε κύμινο πολύ. Όπως τα έκανε η μάνα μου στην προκυμαία.»

Κιμάς. Κρεμμύδι. Σκόρδο. Μα δεν είχα ζυγαριά. Έβαλα «όσο». Όσο έλεγε η μύτη μου. Όσο θυμόμουν τα χέρια της γιαγιάς. Μούσκεψα ψωμί σε κρασί — «κόκκινο, να έχει ψυχή», έτσι έλεγε. Κύμινο έριξα με τη χούφτα. «Πολύ», είχε γράψει. Η κουζίνα γέμισε Ανατολή.

Τα έπλασα. Στραβά. Άλλα μακριά, άλλα χοντρά. Τα τηγάνισα στο τηγάνι το χτυπημένο, εκείνο που είχε έρθει με το καράβι από τη Σμύρνη. Έπειτα σάλτσα. Ντομάτα, λάδι, κανέλα, δάφνη. Τα άφησα να σιγοβράσουν και το σπίτι γέμισε πατρίδα.

Όταν γύρισε η γιαγιά, στάθηκε στην πόρτα. Δεν μίλησε. Μύρισε τον αέρα. Κοίταξε το τηγάνι. Κοίταξε εμένα, με τα μούτρα ως τα αυτιά λαδωμένα.

Πήρε πιρούνι. Δοκίμασε ένα. Έκλεισε τα μάτια.

«Σαν της μάνας μου», ψιθύρισε. «Που τα πουλούσε στην προκυμαία, τυλιγμένα σε λαδόκολλα, για να ζήσουμε.»

Με αγκάλιασε, μύριζε καφέ και δάκρυ.

Το βράδυ, πριν κοιμηθεί, άνοιξε το συρτάρι. Έβγαλε το ιερό βιβλίο, ξεφύλλισε μέχρι τα σουτζουκάκια, πήρε το μολύβι και δίπλα από το δικό της σημείωμα, έγραψε με τρεμάμενα γράμματα:

«7 χρονών η Ελένη, τα έφτιαξε μόνη, έβαλε κύμινο πολύ όπως η προγιαγιά της» κι ύστερα το έκλεισε. Το έβαλε πάλι στο συρτάρι αλλά αυτή τη φορά, άφησε το κλειδί απ’ έξω.

Γιατί κάποιες συνταγές δεν γράφονται για να κρυφτούν γράφονται για να συνεχιστούν.

Άννα Δανάλη

04/06/2026

Ο άνθρωπος νομίζει συχνά ότι πρέπει να «φτιάξει» τον εαυτό του πριν σταθεί ενώπιον του Θεού.
Να οργανώσει τις σκέψεις του.
Να αποδώσει πνευματικά.
Να γίνει πιο θρησκευτικός. ......

03/06/2026
03/06/2026

Καλοκαίρι στην Ομόνοια, με φόντο την Ακρόπολη
Το σχολείο έκλεινε τέλη Ιουνίου και η γειτονιά πίσω από την Ομόνοια έπαιρνε άλλη ανάσα. Δεκαετία του ’60. Οι πιο πολλοί δεν ήξεραν τι θα πει «διακοπές». Η θάλασσα ήταν μακριά, το χωριό ακόμη πιο μακριά. Οι γονείς μετρούσαν το μεροκάματο, κι εμείς τα πιτσιρίκια μετρούσαμε πώς θα βγάλουμε το χαρτζιλίκι μας.

Ο Μήτσος, 11 χρονών, ξυπνούσε με τον πρώτο ήλιο. Ένα σφύριγμα κάτω από το παράθυρο και μαζεύονταν τρία-τέσσερα παιδιά. Πρώτη στάση στον Μανώλη τον μπακάλη. «Θείο Μανώλη, θες να σου πάω το τελάρο με τις ντομάτες μέσα;» Δεύτερη στάση στον μπαρμπέρη Ανάργυρο. Σκούπιζε τις τρίχες, έτρεχε να φέρει τσιγάρα «Άσσο φίλτρο» στους πελάτες και μετά στον καρβουνιάρη, που είχε πάντα τα χέρια του μαύρα και το κρασί του κόκκινο. «Τρέχα στο τάδε σπίτι, πήγαινε ένα δεκάρικο κρασί». Το φιλοδώρημα ήταν δυο δραχμές, καμιά φορά κι ένα ξερολούκουμο. Το μεσημέρι η τσέπη βάραινε. Δέκα δραχμές ήταν μεροκάματο.

Το απόγευμα μόλις χτυπούσαν οι καμπάνες για τον εσπερινό, τα σύνεργα της δουλειάς γίνονταν μπάλα κουρελιασμένη. Ο χωματόδρομος της φωτογραφίας γέμιζε φωνές. «Ρε συ, πέναλτι!» Ο μικρός Φώτης, με το ποτιστήρι στο χέρι, ήταν ο επίσημος πυροσβέστης της σκόνης. Κατάβρεχε μπροστά από το «Καφενείον Ομόνοια» για να μην πνίγονται οι άντρες που έπαιζαν πρέφα στα τσίγκινα τραπεζάκια.

Οι γυναίκες έβγαζαν τα σκαμνάκια στο πεζοδρόμιο. Η κυρά-Σοφία έπλεκε φανέλα για τον άντρα της, η κυρά-Μαρίκα κεντούσε προικιά κι η κουβέντα πήγαινε κι ερχόταν. «Είδες η κόρη του Ψαθά τι φόρεμα έβαλε;» «Άστα, και που να δεις τι έγινε χτες με τη νύφη του περιπτερά…» Η γειτονιά ήταν ζωντανή εφημερίδα.

Κατά τις εφτά, την ησυχία έσκιζε η κάντιλακ. Μαύρη, γυαλιστερή, με μια τεράστια χωνί στο καπό.
«Προσοχή-προσοχή! Σήμερον εις τον κινηματογράφον ΑΣΤΕΡΙΑ, η κωμωδία της χρονιάς: Με τον Νίκο Ρίζο και τον Νίκο Σταυρίδη! Γέλιο μέχρι δακρύων!»

Τα μεγάλα παιδιά παρατούσαν την μπάλα. «Ρε, έχεις τρεις δραχμές για το εισιτήριο;» «Θα τα βάλω εγώ, θα μου τα δώσεις αύριο». Το θερινό ήταν υπόσχεση. Γιασεμί στην μάντρα, καρέκλα σκηνοθέτη, και στην οθόνη η Βλαχοπούλου να τσακώνεται με τον Ηλιόπουλο.

Διακοπές δεν είχαμε, αλλά είχαμε Κυριακές. Αν ο πατέρας πληρωνόταν, το λέγαμε από το Σάββατο. Πρωί-πρωί με το τραμ για Φάληρο. Τυλιγμένα τα ντολμαδάκια σε λαδόκολλα, η πετσέτα στον ώμο. Η θάλασσα μύριζε πίσσα από τα καράβια αλλά δεν μας ένοιαζε. Το μαύρισμα δεν ήταν μόδα. Το μόνο που μας έκαιγε ήταν μην καούμε και φάμε παντόφλα από τη μάνα και πάνω απ’ όλα αυτά, η Ακρόπολη. Στεκόταν εκεί, αγέρωχη, στο τέρμα του δρόμου. Την βλέπαμε όταν τρέχαμε για θέλημα, όταν παίζαμε μπάλα, όταν η μάνα μας φώναζε «άντε μέσα, νύχτωσε». Ήταν ο δικός μας ουρανός. Δεν χρειαζόμασταν να πάμε «διακοπές». Η γειτονιά ήταν το νησί μας, το πεζοδρόμιο η παραλία μας, και το βράδυ στο καφενείο με τον λουκουμά και τη γκαζόζα, ήταν το πεντάστερο ξενοδοχείο μας.

Δεν ερήμωνε η Αθήνα το καλοκαίρι. Μετακόμιζε όλη έξω, στον δρόμο και ήταν μια γιορτή φτωχική, αλλά γιορτή. Με ιδρώτα, με σκόνη, με γέλιο μέχρι δακρύων. Ακριβώς όπως το ’ταζε η ντουντούκα.

Άννα Δανάλη

03/06/2026
03/06/2026

"Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με κατά τό μέγα ἔλεός Σου."✝️✝️✝️

03/06/2026

Η γκρίνια .
Είναι σαν να καταριέται ο ίδιος ο άνθρωπος τον εαυτό του , οπότε μετά έρχεται η οργή του Θεού. Στην Ήπειρο γνώριζα δύο γεωργούς . Ο ένας ήταν οικογενειάρχης και είχε ένα-δυό χωραφάκια και εμπιστευόταν τα πάντα στον Θεό. Εργαζόταν όσο μπορούσε, χωρίς άγχος. « Θα κάνω ό,τι προλάβω » , έλεγε.
Μερικές φορές άλλα δεμάτια σάπιζαν από την βροχή ,γιατί δεν προλάβαινε να τα μαζέψη, άλλα του τα σκόρπιζε ο αέρας, και όμως για όλα έλεγε « δόξα Σοι ο Θεός » και όλα του πήγαιναν καλά. Ο άλλος είχε πολλά κτήματα, αγελάδες κ.λ.π. ,δεν είχε και παιδιά. Αν τον ρωτούσες « πώς τα πας; » , « άστα, μην τα ρωτάς » , απαντούσε. Ποτέ δεν έλεγε « δόξα Σοι ο Θεός », όλο γκρίνια ήταν. Και να δήτε, άλλοτε του ψοφούσε η αγελάδα, άλλοτε του συνέβαινε το ένα, άλλοτε το άλλο. Όλα τα είχε, αλλά προκοπή δεν έκανε.
Για αυτό λέω, η δοξολογία είναι μεγάλη υπόθεση. Από μας εξαρτάται ,αν γευθούμε ή όχι τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός. Πώς όμως να τις γευθούμε, αφού ο Θεός μας δίνει λ.χ. μπανάνα και εμείς σκεφτόμαστε τι καλύτερο τρώει ο τάδε εφοπλιστής; Πόσοι άνθρωποι τρώνε μόνον ξερό παξιμάδι, αλλά μέρα-νύχτα δοξολογούν τον Θεό και τρέφονται με ουράνια γλυκύτητα !
Αυτοί οι άνθρωποι αποκτούν μια πνευματική ευαισθησία και γνωρίζουν τα χάδια του Θεού. Εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε , γιατί η καρδιά μας έχει πιάσει γλίτσα και δεν ικανοποιούμαστε με τίποτε. Δεν καταλαβαίνουμε ότι η ευτυχία είναι στην αιωνιότητα και όχι στην ματαιότητα.

Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Δ

Address

Tríkala

Website

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Τα δικά μου ταξίδια posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Share