18/09/2026
Ένα εξαιρετικό κείμενο - τοποθέτηση του Δασκάλου, ραδιοφωνικού παραγωγού και φίλου του Σ.Μ.Β.Ε. Νίκου Μοσχόπουλου, που πραγματικά αξίζει να το διαβάσουμε όλοι!
Nikos Moschopoulos
ΕΓΩ ΤΡΑΓΟΥΔΑΓΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΑ ΣΚΥΛΑΔΙΚΑ
Ευχαριστώ εκ των προτέρων όσους και όσες διαβάσουν αυτό το εκτεταμένο κείμενο.
Οι απόψεις μου δεν έχουν θέση οδηγού ασφαλείας . Ούτε διεκδικούν το αλάθητο. Είναι απλά οι απόψεις ενός ακροατή και κυρίως ενός ραδιοφωνικού παραγωγού που τεκμηριώνει αυτό που παράγει στο ραδιόφωνο στο βαθμό που η μουσική λειτουργεί επιδραστικά στην κοινωνία.
Δεν υπάρχει καμιά πιο ατόφια μαρτυρία , καμιά πιο συμπυκνωμένη περιγραφή της ατμόσφαιρας των σκυλάδικων ( τραγουδιών και μαγαζιών) , από το βιωματικό στίχο της Ελένης Βιτάλη που έρχεται από το 1989. Και έρχεται μάλιστα σαν κατάθεση εμπειρίας τη στιγμή ακριβώς που άνοιξε ο κύκλος της κουβέντας για το «ενιαίον της μουσικής» , για την υπεράσπιση του γούστου, για τις επικρίσεις εκατέρωθεν, για το «Μ’ αρέσουν όλα. Σκυλάδικα και έντεχνα», με αφορμή τον αδόκητο θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη.
Κι αν στις τρεις πρώτες στροφές η Βιτάλη τοποθετεί στο κέντρο του πλάνου τον εαυτό της, στην τέταρτη η απεύθυνση στρέφεται στο θαμώνα. Στον φαν του είδους.
Εσύ να βλέπεις γραφικά τα δυστυχήματα
Έτσι σε έχει μάθει ο καιρός σου
Δημιουργείς προκάτ παραστρατήματα
Και εμπειρία μεταφράζεις το φρικιό σου
Είναι ο τύπος του θαμώνα που ζητά συμμετοχή στη θέαση της ακραίας εξωστρέφειας , νεανικών κορμιών που λικνίζονται (ολόιδια) με το παράγγελμα «Όλα τα μωρά στην πίστα!» , φιγουρατζήδων μεροκαματιάρηδων που θα υποδυθούν τον «άπλα» για μια βραδιά, νεόπλουτων και βαθύπλουτων που θα κάνουν «ζημιά» χιλιάρικων καμένων με «οινόπλεμα» στην πίστα μπροστά στα λουστρίν παπούτσια του λαϊκού ειδώλου που τραγουδά ασθμαίνοντας «Θα μου κλείσεις το σπίτι μ ‘έχεις κάνει αλήτη» , πληγωμένων καψούρηδων που θα κάνουν «σκηνικό στην γκόμενα» , πεινασμένων του σεξ –εμπόρων και καταναλωτών-, προμηθευτών κάθε ουσίας στα καμαρίνια και τους καμπινέδες, κακόμοιρων λουλουδούδων με μάτια ραντάρ να ελπίζουν πως θα ξεπουλήσουν μαδημένα γαρίφαλα όταν θα ακουστεί από την πολύπειρη Στανίση με στόφα ερωτικού μπάτσου «Δεν άκουσα! Πώς είπατε? Ποιος είστε ? ”.
Μια νυχτερινή Βαβέλ που νταλγκαδιασμένη φαντασιώνεται «προκάτ παραστρατήματα» για να αντέχει την αδυναμία της να ζήσει τα δικά της γνήσια παραστρατήματα , εκείνων που δε συνωστίζονται αλλά καταποντίζονται στην πιο φαρμακερή μοναξιά, που δε κρύβονται από την τύφλωση των προβολέων , αλλά φανερώνονται στην αλήθεια του καθενός και τον αλλάζουν. Εν πολλοίς είναι η ευκαιρία «εμπειρία να μεταφράζεις το φρικιό σου» . Αυτό που η πρωινή σου εκδοχή δεν αντέχει.
Θα πει κανείς πως όλη αυτή η «καλλιτεχνική» αντιπαράθεση έγινε για τα τραγούδια και όχι για τους χώρους. Μα τα τραγούδια αυτά , της πίστας, είναι το όχημα. Το εμπόρευμα. Το μουσικό τυρί που πέφτει στη νυχτερινή φάκα προς άγρα πελατών. Κι αυτό το εμπόρευμα , αυτό το καλλιτεχνικό προϊόν ακαθόριστης μουσικής ταυτότητας, έχει κάνει χρυσές δουλειές. Φέρνει χρήμα όπου μπει.. Αρκεί ένα πιασάρικο σλόγκαν π.χ «Σ’ έχω κάνει Θεό !» ή κάτι μοδάτο που να καταλύει την ταξική συνείδηση των φτωχόπαιδων μπροστά στη γκόμενα που φορά Γκούτσι φόρεμα και «μια φωνή κορμάρα», και όλοι οι συνεταίροι - δισκογραφικές, πληρωμένα ραδιόφωνα, ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών και νυχτομάγαζων , μαναντζαραίοι , συνθέτες και γραφιάδες του εύκολου, επαναλαμβανόμενου, αυτιστικού νταλγκά και της απειλητικής καψούρας , ακόμα και «έγκριτων» που ευκαιριακά αλλάζουν γήπεδο γιατί «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη….» - τρέχουν να υπηρετήσουν τη βαριά βιομηχανία της ελληνικής «ψυχαγωγίας».
Και οι φανς ? Οι φανς είναι το αποθετήριο ενός συστήματος προβολής και διαφήμισης που βρέθηκαν να ζουν στη δόξα της παρακμής. Γιατί ? Γιατί «Έτσι τους έχει μάθει ο καιρός τους» λέει η Βιτάλη. Και συμφωνώ απόλυτα! Και εδώ είναι η μεγαλύτερη αιτίαση. Αυτό το «καλλιτεχνικό» δίκτυο είναι μέρος της μεθοδευμένης προσπάθειας ύπνωσης των λαϊκών μαζών .σαν απότοκο του πολιτισμικού ρήγματος που έφερε η πολιτική παρακμή. που ζούμε. Ιστορικά δε , τα περιβάλλοντα αυτά και τα τραγούδια που τα πλαισίωναν , εδράζονται στην εποχή της χούντας κατά την οποία ευδοκίμησαν ανεμπόδιστα από τους καουμπόηδες του καθεστώτος. σαν ιδεολογικά υπνωτήρια κάθε ενδεχόμενης αντίστασης. Και ρίζωσαν. Μόνο που την ίδια εποχή υπήρχαν και πηγαία καλλιτεχνικά αντίβαρα δημιουργών που υπηρετούσαν την κοινωνική αφύπνιση. Υπήρχε και άκμαζε το πολιτικό τραγούδι , τα τραγούδια των ποιητών , τα αυθεντικά λαϊκά τραγούδια που σέβονταν την καταγωγή τους.
Θα πει κανείς «Μα άλλα ήταν τα κοινωνικά αιτούμενα εκείνης της εποχής και άρα η κοινωνία είχε το τραγούδι που της ταίριαζε.» Ναι ήταν άλλα! Σήμερα ποια είναι τα κοινωνικά αιτούμενα? Ζούμε μέσα στην ευμάρεια μιας ευδαιμονικής κοινωνίας απαλλαγμένης από την ανέχεια , την ανισότητα, την καταπίεση, την ανασφάλεια και δεν το καταλάβαμε? Ποιοι βάζουν κάτω από το χαλί αυτά τα αιτούμενα? Αν οι σημερινές ανάγκες είναι το φτιάξιμο, η επίδειξη, η «χλίδα» , η χρεωμένη πολυτέλεια που βοηθά να «ξεχνιόμαστε» επικίνδυνα κι αν κάθε κοινωνία έχει το τραγούδι που της αξίζει , τότε ορθά τεκμηριώνεται η αθώωση αυτού του τραγουδιού και των συν αυτώ.
Έτσι το νεοελληνικό όνειρο έγινε πια η δυνατότητα να πας στα μπουζούκια και να βιώσεις το μεγαλείο της μιας ακριβής νύχτας. Να νιώσεις μεγάλος ρε παιδί μου! Άπλας! Άρχοντας ! Να νταλγκαδιαστείς και να κάνεις το κομμάτι σου! Να ανοίξεις σαμπάνια και να πετάξεις λουλούδια! Και αν δεν έχεις δεκάρα τσακιστή, κι αν είσαι άνεργος κι έχεις κατάκαρδα αυτή τη στέρηση, τότε πρέπει να αισθάνεσαι δυστυχής και κακομοίρης που δε θα ζήσεις αυτό το μεγαλείο! Και στην εμπέδωση αυτού του ονείρου δεν εξαιρούνται ούτε αυτά τα λαϊκά είδωλα που ξεκίνησαν από χαμηλά με πολύ μεράκι και πιο πολλή ματαιοδοξία -της οποίας συχνά γίνονται θύματα- και λατρεύτηκαν ακόμα κι αν είναι φοροφυγάδες του 1,8 εκατομ. ευρώ, Ακόμα κι αν πούλησαν μούφα λαϊκότητα στους συμπατριώτες τους αλλά εμφανίζονται με τιμή εισόδου 1.500 ευρώ στις «φτωχογειτονιές» της Μυκόνου. Άρα η αισθητική υπαγορεύται, καλλιεργείται , προμοτάρεται , σμηλεύεται ! Η φράση «Αυτά θέλει ο κόσμος» είναι πρόφαση για τους καλοθελητές. Γιατί η πρόταση όλων αυτών των κατεργάρηδων στο κοινό, είναι «Ελάτε να ξεχαστούμε! Να κάνουμε μια ομορφιά! Να ξεφύγουμε από τις στεναχώριες !» και έγινε η λήθη το μεγάλο ζητούμενο. Να ξεχάσουμε ό,τι μας συνθλίβει μέσα στις μυλόπετρες της πίστας και των σουξέ. Μακριά από άκαρπους αγώνες , από συλλογικότητες , από τον πόνο του μαύρου μεροκάματου και ειδικά της κατάμαύρης νύχτας.
Η άποψή μου για όλο αυτό το τοπίο θα ήταν παντελώς διαφορετική αν τα τραγούδια αυτά λειτουργούσαν παρηγορητικά στο ανθρώπινο αίσθημα και βρίσκονταν κοντά στις πραγματικές συναισθηματικές και βιολογικές ανάγκες των ανθρώπων. Όχι τις επινοημένες. Όχι τις ιλουστρασιόν. Ναι ! Θέλουμε και το γλέντι ! Θέλουμε και τη συλλογική χαρά! Αλλά όχι αυτή που μας απομακρύνει από αυτό που είμαστε σαν παραμορφωτικό κάτοπτρο. Θέλουμε το τραγούδι που ανυψώνει και όχι αυτό που εκχυδαΐζει. Θέλουμε την πληρότητα που μας έδινε το τραγούδι όταν ήταν λαϊκό κι έλεγε «Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη» κι όχι το κενό που μας πρόσθεσε η φράση «Μείνε μαζί μου έγκυος , είμαι πολύ φερέγγυος» .
Επιλογικά θα πω πως ούτε η μουσική είναι μία ούτε αυτοί που την υπηρετούν είναι ίδιοι ούτε αυτοί που την αγαπούν έχουν τις ίδιες προσδοκίες. Και η γη είναι μία αλλά άλλοι την καλλιεργούν για να σπείρουν στάρια που θα γίνουν αλεύρι για το ψωμί του κόσμου κι άλλοι σπέρνουν φωτοβολταικά για να βγάλουν φράγκα για την τσέπη τους στερώντας και τη γη και τους ανθρώπους από τη λειτουργία της φύσης τους . Ο καθένας ας διαλέξει μουσικά αυτό που αντέχει. Αυτό που μπορεί. Αλλά κυρίως αυτό που κριτικά θα έχει αξιολογήσει.
Τέλος , ίσως να ήταν αχρείαστες όλες αυτές οι σκέψεις μου , αν παρέθετα εξαρχής την ιδέα που είχε ο Μάνος Χατζιδάκις για το τραγούδι και τη μουσική τέχνη. Την παραθέτω στο τέλος σαν τον πιο καταλυτικό επίλογο:
«Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.
Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας, που θα φωτίσω τις κρυφές και αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γενούν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα –αν είναι δυνατόν – ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε.»
( Κάποτε θα μιλήσουμε και για τον ασυνεπή καλλιτεχνικό βίο και την πολιτεία μέρους των «εντέχνων»)
Ευχαριστώ και πάλι για το χρόνο σας , συμφωνούντες και διαφωνούντες
Ν. Μ
Εγώ τραγούδαγα - Ελένη ΒιτάληΕγώ τραγούδαγα - 1989Στίχοι: Ελένη ...