03/11/2020
Ύστατος χαιρετισμός στον Νικόλα Π. Πετρόπουλο
Αγαπημένε μου θείε Νικόλα
Όλοι στην οικογένειά μας νοιώθουμε ευλογημένοι, που είχαμε την τιμή να σε έχουμε συγγενή μας και να βαδίσουμε για πολλά χρόνια αντάμα στη ζωή. Η λατρεμένη κόρη σου η Εύη, η σύντροφός σου η Σοφία, τα αδέλφια σου, η Ντίνα, ο Ηλίας, η Ελευθερία και ο Χρήστος, τα ανίψια, τα εγγόνια σου και τα ξαδέλφια σου θα έχουν πάντα στην ψυχή τους φυλαγμένες μόνον καλές αναμνήσεις και διδάγματα ανθρωπιάς από εσένα.
Σε τέτοιες δύσκολες και στενάχωρες ώρες συνήθως χρησιμοποιούνται ρητά της φιλοσοφικής σκέψης και χριστιανικές γραφές για να αποτυπώσουν στοιχεία της προσωπικότητας, εκείνου που εγκαταλείπει τα εγκόσμια.
Θείε μου αυτό, για εσένα δεν θα το κάνω. Γιατί όλα εκείνα που αποτυπώνουν οι φιλόσοφοι, οι ποιητές αλλά και οι γραφές, συνέθεταν το χαρακτήρα σου, την προσωπικότητα σου, τη στάση ζωής σου και τις πράξεις σου, σε όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής σου.
Άλλωστε δεν σε συνάρπαζαν ποτέ τα μεγάλα λόγια. Γιατί ήσουν άνθρωπος σεμνός, της προσφοράς και των έργων, που πάντα συνοδεύονταν με το γλυκό σου χαμόγελο.
Με τη στάση της ζωής σου και με τις πράξεις σου μας έκανες, όλους όσους σε γνωρίσαμε, να νοιώσουμε αληθινά, όλα εκείνα που άρχισαν σήμερα να σπανίζουν. Δηλαδή τον ανθρωπισμό, την αλληλεγγύη, την ισότητα, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, την κοινωνική ευθύνη, την αξιοκρατία, την προσφορά και όλες τις αξίες και τα ιδανικά που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο.
Δεκατετράχρονος ήσουν όταν άκουσες τους γονείς σου και ανέβηκες στο καράβι της ξενιτιάς, για να πάς στην Αμερική και να αναζητήσεις ένα καλλίτερο μέλλον. Τα ξένα θέλουν ταπεινά σου, είπε ο πατέρας σου ο Πέτρος και τον άκουσες. Ένα κομμάτι σκόρδο σου έραψε η μάνα σου η Μηλιά στο σακάκι για φυλαχτό και σε φύλαξε.
Με την βοήθεια των συγγενών που σε περίμεναν εκεί, πήγες σχολείο και μετά σπούδασες Ψυχολογία - Κοινωνιολογία και Ανθρωπολογία. Παράλληλα όμως δούλευες, έκοβες χόρτα σε ξένους κήπους και πετούσες τα χιόνια από τις αυλές των ηλικιωμένων.
Η σκέψη σου όμως ήταν και σε εκείνους που άφησες πίσω, κάλεσες τα δυο αδέλφια σου, να έρθουν στην Αμερική και να αναζητήσουν μια καλλίτερη τύχη, ενώ βοηθούσες, όσο μπορούσες τους γονείς σου και τα άλλα δυο αδέλφια σου.
Ακολούθησε η ακαδημαϊκή καριέρα σου διδάσκοντας κοινωνιολογία σε πανεπιστήμια του Οχάιο, του Κεντάκυ και της Ινδιάνας.
Οι σπουδές και η επαγγελματική καταξίωση όμως δεν ήταν αρκετά για εσένα και για την προσωπικότητα που είχες διαμορφώσει.
Βοηθός καθηγητή ήσουν ακόμα όταν έχασες τη δουλειά σου στην Ινδιανάπολη γιατί ήθελες όλοι οι φοιτητές, ασχέτως του χρώματος τους, να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες. Και εσύ τόλμησες να δώσεις και στους νέγρους φοιτητές σου, ίδιες με εκείνες που έδινες στους λευκούς.
Ήσουν άνθρωπος, από τότε, υπερασπιστής της ειρήνης γι΄ αυτό και εναντιώθηκες στον πόλεμο του Βιετνάμ και συμμετείχες στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σκεφτόσουν όμως διαρκώς και τη μητέρα Πατρίδα. Δεν άντεχες, εκεί στα ξένα που ήσουν, να ακούς πως στην πατρίδα σου, εκεί που γεννήθηκε η Δημοκρατία, έχει καταλυθεί. Αγωνίστηκες όσο μπορούσες για την αποκατάστασή της καθώς και είχες ενεργή συμμετοχή στις διαμαρτυρίες, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τμήμα της Κύπρου.
Για να βοηθήσεις τις σχέσεις αλλά και την ενημέρωση των ξενιτεμένων συμπατριωτών ίδρυσες, τότε, και περιοδικό για την Ελληνική Διασπορά.
Νοσταλγούσες όμως την πατρίδα και τα αγαπημένα σου πρόσωπα και ζούσες στην Αμερική πάντα με το όνειρο της επιστροφής.
Γύρισες στην πατρίδα και εργάστηκες, αρχικά, ως επιστημονικός συνεργάτης στη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού. Συνέχιζες να κάνεις αυτό που σπούδασες αλλά και όλα εκείνα που πρόσταζε ο αδαμάντινος χαρακτήρας σου. Αγωνιζόσουν θυμάμαι, εκείνα τα χρόνια, να βρεις δουλειά στους έλληνες που επέστρεφαν από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Μετά έγινες σύμβουλος Κοινωνιολογίας στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για να προσφέρεις πολλά στην αγαπημένη σου νέα γενιά, την οποία πάντα άκουγες και πάντα είχες μια μοναδική σχέση μαζί της. Την υπογραφή σου φέρουν τα βιβλία που διδάσκονταν εκείνη την εποχή στα λύκεια της χώρας. Και ανάμεσα στις σελίδες τους είχαν φωτογραφίες από την ζωή των ανθρώπων της Βλαχοκερασιάς.
Ήμουν φοιτητής το 1982, όταν σε είδα να ανεβαίνεις τα σκαλιά της ΑΣΟΕΕ φορτωμένος με δυο κιβώτια, με τις διατριβές και τις μελέτες σου. Πήγαινες να τα καταθέσεις και να διεκδικήσεις την έδρα της Κοινωνιολογίας. Σου βοήθησα και πήγαμε μαζί στην γραμματεία. Σε ρώτησα εάν είχες μιλήσει σε κανέναν για να σε βοηθήσει. Χαμογέλασες και μου είπες «ανιψιέ εάν είναι να πάρω την έδρα να την πάρω αξιοκρατικά». Δεν την πήρες θείε, και ας ήσουν προσωπικός φίλος του πρωθυπουργού, τότε, της χώρας. Την πήρε άλλος που δεν είχε τις δικές σου περγαμηνές αλλά είχε βάλει μέσον.
Ίδρυσες και έγινες ο πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Κοινωνιολογικού Συλλόγου, επίσης ήσουν από τα πρώτα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κοινωνιολόγων, του Οργανισμού Αντισεισμικού Προστασίας και του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών.
Ξεχωριστό κομμάτι στην προσφορά σου προς την κοινωνία ήταν η ίδρυση του Κέντρου Ερευνών Εκτάκτων Αναγκών, που πραγματοποίησε ερευνητικά προγράμματα για την μετανάστευση, τις κοινωνικές επιπτώσεις των σεισμών του Πύργου και της Πάρνηθας καθώς και τη σχολική βία.
Δίχως κανένα χρηματικό όφελος για τον εαυτό σου. Από το μισθό σου ή την σύνταξή σου χρηματοδοτούσες αυτές σου τις δραστηριότητες. Επισκεπτόσουν ξένες χώρες, συμμετείχες σε συνέδρια και μιλούσες για τις κοινωνικές κρίσεις και τις φυσικές καταστροφές. Ανταμοιβή σου μοναδική ήταν η ικανοποίησή σου πως πρόσφερες στην κοινωνία.
Ήταν φθινόπωρο του 1983 όταν σμίξαμε στο πάρκο της Νέας Φιλαδέλφειας και σε είδα να έχεις στήσει τη μηχανή, να προβάλεις σλάιντ και να προσπαθείς να πείσεις τη νεολαία να σταματήσει το κάπνισμα και τα ναρκωτικά.
Επίσης πάντα ήσουν θερμός συμπαραστάτης της ομάδας των Γιατρών χωρίς Σύνορα και εθελοντικά συμμετείχες - γιατί πίστευες στον εθελοντισμό-, όπου μπορούσες. Δενδροφύτευση έκαναν στο Γαλάτσι εσύ ήσουν εκεί. Λίγο πριν τα 70 ήσουν, το 2004, καμάρωνες που οι Ολυμπιακοί αγώνες επέστρεφαν στο σπίτι τους και από τους πρώτους πήγες και έγινες εθελοντής.
Ήταν και άλλα πολλά και καλά εκείνα που έκανες, ένα μονάχα θα προσθέσω. Δυο χρόνια πριν, ήταν βραδιά του Φλεβάρη και το κρύο τσουχτερό στην Αθήνα. Σε περίμενα έξω από το σπίτι σου στην Κυψέλη, άργησες να έρθεις. Εσύ ποτέ δεν αργούσες, ήρθες τρέχοντας και με δυσκολία σου απέσπασα, γιατί αυτή η καθυστέρηση. Είχες αγαθοεργία επιτελέσει πάλι. Μοίραζες τρόφιμα και κουβέρτες στους άστεγους της Αθήνας.
Στη μεγάλη σου αγάπη, στο χωριό που γεννήθηκες και σήμερα σε αποχαιρετά, δεν θα αναφερθώ εγώ. Μόνο θα σου πω πως θα μου μείνουν αλησμόνητα δυο πράγματα. Το ένα είναι η αγάπη σου για το σπίτι σου, το Πατρικό, όπως το έλεγες πάντα. Το δεύτερο είναι το πάθος σου και η αγωνία σου για την δημιουργία, την ολοκλήρωση αλλά και την συνέχεια, μετά από εσένα, του Ψηφιακού Μουσείου.
Σεβαστέ μου θείε λένε πως οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν πάψουμε να τους θυμόμαστε. Εσένα ούτε η προσωπικότητα σου, ούτε και τα έργα σου μπορούν να θαφτούν. Θα σε θυμόμαστε πάντα γιατί οι αρετές σου και οι πράξεις σου έχουν γραφτεί με ανεξίτηλο μελάνι μέσα μας.
Γνωρίζοντας το πρόβλημα της υγείας σου, είχες εκμυστηρευτεί στα αδέλφια σου, πως θα σου ήταν επιθυμητό να ζήσεις και το 2021, και να γιορτάσεις τα 200 χρόνια, από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Δεν τα κατάφερες και βιάστηκες για να πας να συναντήσεις τους σταυραετούς της λευτεριάς μας και να τους ρωτήσεις, όπως έκανες και στις έρευνές σου, για να σου πουν οι ίδιοι, για εκείνες τις δοξασμένες ημέρες.
Και θα χαρούν όλοι τους, όταν θα ανταμωθείτε γιατί τέτοιους ανθρώπους –ευπατρίδες- ήθελαν να γεννάει η ελεύθερη Ελλάδα.
Θα τρέξει εκεί που πας, για να σε προϋπαντήσει ο ανιψιός σου ο Φώτης πάνω στο ποδήλατό του, που εσύ του έστειλες λεφτά από την Αμερική το 1972, για να το αγοράσει. Θα σε περιμένει με ανοιχτή την αγκαλιά της η μάνα σου η Μηλιά. Μαζί της θα είναι και ο πατέρας σου ο Πέτρος. Θα στέκεται χαμογελαστός και υπερήφανος που βγάλανε τέτοιο γιό, και θα σου διαβάσει κάποιο καινούριο ποίημα, σαν αυτά που έγραφε, για τη ζωή και τις αναποδιές της. Θα σου μιλήσει και θα μάθεις από πρώτο χέρι, για όλα εκείνα που αναζητούσες για το Ψηφιακό Μουσείο. Για τον Κουρεμένο, τις Ράχες, τη Βάλταινα, το Βαθύρεμα και τόσα άλλα.
Πολυαγαπημένε μου θείε τώρα που ήρθε η δύσκολη η ώρα του αποχαιρετισμού θέλω να σου πω, πως άνθρωπο σαν και εσένα δεν έχω γνωρίσει άλλον στη ζωή μου και δεν ξέρω αν θα ξαναγνωρίσω. Πιστεύω ακράδαντα πως εάν είχαν πολλοί ακόμα τις αρετές τις δικές σου ο κόσμος μας θα ήταν σίγουρα καλλίτερος.
Θέλω να σου πω ακόμα πως εύχομαι η Βλαχοκερασιά, να συνεχίσει να γεννάει Ανθρώπους και Πολίτες σαν και εσένα, «καλούς καγαθούς», όπως ονόμαζαν τους ενάρετους στην αρχαία Αθήνα. Και το χώμα του αγαπημένου σου χωριού, που θα σκεπάσει μόνον το άψυχο σώμα σου και όχι την αξία σου και τα ιδανικά σου, εύχομαι να είναι ελαφρύ.
Καλό σου Ταξίδι
Πέτρος Σαραντάκης Βλαχοκερασιά 30 Οκτωβρίου 2020