17/06/2026
Ἀρετὴν ἐπαίνει
«Η αρετή είναι εξ ορισμού επαινετή ως μια σταθερή συνήθεια (έξη) των θνητών όντων. Όποιος κατέχει αυτήν την έξη είναι αγαθός και σπουδαίος. Αν και οι ενάρετες πράξεις δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ανταμοιβή, καθώς η αρετή είναι από μόνη της δώρο σε όποιον την κατέχει, ωστόσο ο έπαινος είναι απαραίτητος όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για την κοινωνία, διότι μέσω αυτού αναγνωρίζεται και εξυψώνεται το αληθινό πρότυπο. Από το ενάρετο πρότυπο οι άνθρωποι εμπνέονται να ενεργούν συνειδητά δίκαια και σωστά.
Η αρετή αναγνωρίζεται τόσο στις ενάρετες πράξεις όσο και στον ηθικό χαρακτήρα του ανθρώπου, δηλαδή στην τάση προς το αγαθό και στην επίτευξη του καλού σκοπού, και γι’ αυτό είναι επαινετή. Ο Αριστοτέλης τονίζει ότι όσοι διακρίνονται για την φρόνησή τους δεν αρκούνται στο να πετύχουν διάφορα πράγματα, αλλά καλά πράγματα καθοδηγούμενοι από την ηθική τους συγκρότηση. Και γι’ αυτόν τον λόγο είναι αξιέπαινοι.
Εφόσον η αρετή προκύπτει από την μεσότητα, αυτή είναι επαινετή, ενώ οι ακρότητες (έλλειψη ή υπερβολή) μεμπτές και αξιοκατάκριτες. Επειδή όμως η επίτευξη της μεσότητας δεν είναι πάντα εύκολη, προτείνει όσοι έχουν τάση προς την έλλειψη να προσπαθούν προς την υπερβολή και το αντίθετο. Με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν συνειδητά να διορθώσουν την έμφυτη κλίση τους και να πετύχουν την μεσότητα. Για τον Σταγειρίτη η αρετή που είναι περισσότερο επαινετή από όλες είναι η ανδρεία.
Ο έπαινος αφορά τις πράξεις που γίνονται και είναι σύμφωνες με την αρετή. Μέσω του προσώπου στον οποίο αποδίδεται, ουσιαστικά απονέμεται στην ίδια την αρετή μεταφερόμενος από τον άνθρωπο στην ηθική αρχή. Για παράδειγμα, αν η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι επαινετά, τότε ο δίκαιος είναι επαινετός για την δίκαιη κρίση του. Ο Αριστοτέλης θεωρεί τον έπαινο ως μια λογική συνέπεια της φύσης της αρετής.
«Πᾶσα γὰρ ἀρετὴ ἐπαινετή» υπογραμμίζει και ο Πλάτων. Στην Πολιτεία αναφέρει ότι η αυτοκυριαρχία είναι άξια επαίνου διότι, ενώ στην ψυχή του ανθρώπου υπάρχει η διάθεση για το καλό και το κακό, ωστόσο όταν κυριαρχεί η καλύτερη επιλογή το ονομάζει «κρείττω αὑτοῦ». Για τον Πλάτωνα ο αρμόδιος για να αναγνωρίσει τον ενάρετο και να αποδώσει έπαινο είναι όποιος διαθέτει εμπειρία, φρόνηση και λογική. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τον φιλόσοφο και τον φιλόλογο (δηλαδή τον πεπαιδευμένο), οι οποίοι είναι αναγκαίο να έχουν την ικανότητα να διακρίνουν το αληθινό.
Ο στωικός Χρύσιππος θεωρεί ότι επαινετά είναι όλα τα καλά πράγματα που γίνονται κατόπιν προαίρεσης, εσκεμμένης επιλογής. Για τον ιστορικό Έφορο κριτήριο για έπαινο αποτελεί ο λόγος που προέρχεται από μια ευφυή ψυχή στραμμένη προς την αρετή.
Ο Πλούταρχος σε ένα απόσπασμα από τα Λακωνικά Αποφθέγματα αναφέρει ότι «όταν ένας Πέρσης τον ρώτησε ποιο πολίτευμα επαινεί περισσότερο, εκείνος απάντησε: “Εκείνο που δίνει στους γενναίους και στους δειλούς ό,τι τους αρμόζει”». Με συντομία συνοψίζει ότι το θεμελιώδες κριτήριο σε ένα πολίτευμα είναι η αρετή της δικαιοσύνης που διανέμει τα πρέποντα στους γενναίους (ανταμείβοντάς τους με έπαινο) και στους δειλούς.
Ο έπαινος, εκτός από τρόπο επιβράβευσης των ενάρετων πράξεων, συνιστά και αναγνώριση της αριστείας. Αρετή και αριστεία προέρχονται ετυμολογικά από την ρίζα -αρ-, από την οποία παράγεται πλήθος λέξεων. Γραμματικά το επίθετο άριστος αποτελεί υπερθετικό βαθμό του επιθέτου αγαθός, το οποίο σημαίνει τον καλό, τον ευγενή, τον γενναίο, τον ακέραιο. Η αριστεία αναφέρεται στην καλύτερη εκδοχή κάθε πράγματος και έννοιας ενώ η αρετή είναι η ικανότητα ενός όντος να λειτουργεί άριστα σύμφωνα με την φύση του. Ο σοφιστής Μάξιμος υπογραμμίζει ότι «ἀριστείαν δὲ τὴν ἀρετήν». Πράγματι, αρετή και αριστεία είναι έννοιες συνυφασμένες και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η αριστεία είναι η αρετή στον υπερθετικό βαθμό.»
Απόσπασμα από το βιβλίο «Ένθεος Βίος. Διδαχή περί Αρετής». Συγγραφείς: Ελένη Πετρή - Ελένη Ξάνθη. Εκδόσεις Μήτις