30/05/2026
Το Στοίχημα της Παραγωγικής Ανασυγκρότησης: Από τον Κατακερματισμό της Αγοράς στη Συνεταιριστική Αναγέννηση.
Του Χρήστου Τσιλίκη
Σύμβουλος Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας και Κοινωνικής Καινοτομίας.
Μέλος του ΔΑΣ.
Η δομική μεταμόρφωση και η παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας παραμένουν από τις πιο κρίσιμες αλλά και δυσεπίλυτες προκλήσεις της σύγχρονης εποχής.
Ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη στρέφεται προς οικονομικά μοντέλα υψηλής προστιθέμενης αξίας, που βασίζονται στη συνεργασία και την καινοτομία, η Ελλάδα βρίσκεται μόνιμα αντιμέτωπη με συστημικές δυσλειτουργίες που υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητά της.
Ιστορικά, η Ελλάδα απέτυχε να προωθήσει βιώσιμα συνεργατικά μοντέλα και συνεταιριστικά σχήματα λόγω ενός συνδυασμού θεσμικής αποτυχίας, πολιτικής εργαλειοποίησης και πολιτισμικής δυσπιστίας.
Μετά τη Μεταπολίτευση, οι πρώτες προσπάθειες δημιουργίας συνεταιρισμών εγκλωβίστηκαν γρήγορα στον κρατικό πατερναλισμό και τον κομματικό έλεγχο.
Αντί να εξελιχθούν σε αυτόνομες, προσανατολισμένες στην αγορά επιχειρηματικές οντότητες, πολλοί αγροτικοί και περιφερειακοί συνεταιρισμοί μετατράπηκαν σε μηχανισμούς διανομής κρατικών και κοινοτικών επιδοτήσεων και μέσα εξασφάλισης πολιτικής πελατείας.
Αυτή η άνωθεν επιβεβλημένη πολιτικοποίηση οδήγησε σε εκτεταμένη κακοδιαχείριση, χρέη και τελικά σε πτωχεύσεις, γεγονός που απαξίωσε πλήρως την ίδια την έννοια του συνεταιρίζεσθαι στα μάτια των πολιτών.
Ως αποτέλεσμα, εδραιώθηκε μια βαθιά συστημική καχυποψία, η οποία ενίσχυσε τον κατακερματισμό της αγοράς σε απομονωμένες μικροεπιχειρήσεις που στερούνται κινήτρων για συγχωνεύσεις ή συνεργασίες.
Η σκόπιμη στασιμότητα και η αποδυνάμωση των συνεταιριστικών δικτύων δημιούργησαν ένα κενό στην αγορά, το οποίο απέφερε και συνεχίζει να αποφέρει τεράστια κέρδη στο μεγάλο κεφάλαιο και στα συγκεντρωμένα εταιρικά συμφέροντα.
Στην έλλειψη ισχυρών συνεταιριστικών ομίλων που να ανήκουν στους ίδιους τους παραγωγούς, οι μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, οι βιοτέχνες και οι ανεξάρτητοι επαγγελματίες δεν διαθέτουν την παραμικρή διαπραγματευτική δύναμη στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι μεγάλοι χονδρέμποροι, τα ισχυρά δίκτυα λιανικής και οι πολυεθνικές εταιρείες εκμεταλλεύονται αυτόν τον κατακερματισμό για να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους, να συμπιέζουν τις τιμές του παραγωγού και να μεγιστοποιούν τα δικά τους περιθώρια κέρδους.
Διατηρώντας τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα πλήρως ατομικοποιημένο, το μεγάλο κεφάλαιο ελέγχει τη μεταποίηση, τη διανομή και τα logistics, καρπώνεται τη μερίδα του λέοντος από την προστιθέμενη αξία και οδηγεί τους εγχώριους παραγωγούς στα όρια της οικονομικής επιβίωσης.
Η απουσία συλλογικής εκπροσώπησης προστατεύει τις μεγάλες επιχειρήσεις από τον υγιή ανταγωνισμό και εμποδίζει τους μικρούς να αποκτήσουν το απαραίτητο μέγεθος ώστε να αμφισβητήσουν τις μονοπωλιακές δομές.
Αυτός ο δομικός κατακερματισμός τροφοδοτεί άμεσα τη χρόνια μειωμένη παραγωγικότητα της Ελλάδας σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από έναν τεράστιο όγκο μικροεπιχειρήσεων που απασχολούν λιγότερα από πέντε άτομα, γεγονός που καθιστά αδύνατη την επίτευξη οικονομιών κλίμακας.
Αυτές οι μικρές οντότητες αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια στην προσπάθειά τους να επενδύσουν σε τεχνολογίες αιχμής, σύγχρονο εξοπλισμό, έρευνα και ανάπτυξη ή ψηφιακές υποδομές.
Επιπλέον, η χαμηλή παραγωγικότητα επιτείνεται από μια σοβαρή κατανεμητική αστοχία των κεφαλαίων, καθώς οι επενδύσεις παραδοσιακά κατευθύνονταν σε μη εμπορεύσιμους τομείς χαμηλής καινοτομίας, όπως ο τουρισμός και τα ακίνητα, αντί για την προηγμένη μεταποίηση, τη βιώσιμη γεωργία ή τις εξειδικευμένες υπηρεσίες.
Έτσι, δημιουργείται ένα επίμονο χάσμα όπου το ελληνικό εργατικό δυναμικό, παρά το γεγονός ότι εργάζεται από τις περισσότερες ώρες στην Ευρώπη, αποδίδει χαμηλότερο οικονομικό αποτέλεσμα ανά ώρα, λόγω παρωχημένων τεχνολογικών εργαλείων και μη αποδοτικών οργανωτικών δομών.
Πέρα από το μέγεθος και τα κεφάλαια, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρά μειονεκτήματα έναντι των άλλων χωρών, με πρώτο και κύριο το δυσκίνητο, απρόβλεπτο και συχνά εχθρικό θεσμικό περιβάλλον.
Η γραφειοκρατία, οι εξαιρετικά αργές δικαστικές διαδικασίες στην επιβολή των συμβάσεων και το συνεχώς μεταβαλλόμενο φορολογικό καθεστώς αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και πνίγουν την επιχειρηματική ευελιξία.
Παράλληλα, υπάρχει μια βαθιά αναντιστοιχία ανάμεσα στο εξαιρετικά μορφωμένο δυναμικό της χώρας και τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, σε συνδυασμό με ένα σοβαρό κύμα φυγής επιστημόνων στο εξωτερικό (brain drain) που στέρησε από την οικονομία πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο τις τελευταίες δεκαετίες.
Αν προσθέσει κανείς το υψηλό ενεργειακό κόστος, τα ελλιπή δίκτυα μεταφορών στην περιφέρεια και τη δύσκολη πρόσβαση σε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης πέραν των τραπεζών, γίνεται σαφές γιατί οι εγχώριοι παραγωγικοί κλάδοι ξεκινούν από μειονεκτική θέση απέναντι σε ξένους ανταγωνιστές που υποστηρίζονται από αποτελεσματικά κράτη και ισχυρά χρηματοπιστωτικά οικοσυστήματα.
Σε αυτό το γεμάτο προκλήσεις τοπίο, μια εκσυγχρονισμένη συνεταιριστική οικονομία μπορεί να αποτελέσει τον θεμέλιο λίθο για μια πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση.
Μέσα από τη συνένωση δυνάμεων, οι ανεξάρτητοι παραγωγοί μπορούν να παρακάμψουν τους κερδοσκοπικούς ενδιάμεσους, να επενδύσουν από κοινού σε τεχνολογίες ακριβείας και να δημιουργήσουν δικές τους υποδομές μεταποίησης, κρατώντας την προστιθέμενη αξία στον τόπο τους.
Η μετάβαση προς δημοκρατικά, ορθά διοικούμενα συνεταιριστικά σχήματα επιτρέπει στις μικρές μονάδες να αποκτήσουν το κρίσιμο μέγεθος που απαιτείται για να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους όρους δανειοδότησης, να μειώσουν το κόστος προμήθειας πρώτων υλών και να εξάγουν
ποιοτικά, τυποποιημένα προϊόντα στις διεθνείς αγορές.
Τελικά, αλλάζοντας το οικονομικό παράδειγμα από την απομονωμένη επιβίωση στη συλλογική ανθεκτικότητα, το συνεταιριστικό μοντέλο προσφέρει μια βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη διέξοδο για την αναβάθμιση της παραγωγικότητας και την αναζωογόνηση των βασικών πυλώνων της ελληνικής οικονομίας.