Ηπειρωτικη Εταιρεια - Epirotiki Etairia

Ηπειρωτικη Εταιρεια - Epirotiki Etairia Η Ηπειρωτική Εταιρεια ιδρύθηκε το 1906 στις 25/3.

Γραφεία της Ηπειρωτικής Εταιρείας:
Μαυρομιχάλη 7, 106 79 ΑΘΗΝΑ
τηλ. 698 3522785
E-mail: [email protected]
Τι είναι η Ηπειρωτική Εταιρεία:
Η Ηπειρωτική Εταιρεία συνεστήθη την 25-3-1906 στην Αθήνα από τον αείμνηστο Σπύρο Σπυρομήλιο - Υπομοίραρχο, τον Γεώργιο Δούμα - Γενικό Διευθυντή ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πειραιώς, Αθηνών, Πελοποννήσου), τον Βασίλειο Μελά - Ανθυπίλαρχο, τον Χαρ. Λιάμπεη - Ανθυπο

πλοίαρχο, Χρήστο Χρηστοβασίλη - Λόγιο, Μιλτιάδη Πανταζή -Υφηγητή Πανεπιστημίου, Χρήστο Χρόνη - Υπολοχαγό Οικονομικού, Περικλή Καραπάνο -Δικηγόρο, Παναγή Δαγκλή - Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού, Χρήστο Μαλάμο, Ταγματάρχη Μηχανικού, Γεώργιο Γάγαρη -Δημοσιογράφο & Εκδότη της εφημερίδας "ΦΩΝΗ της ΗΠΕΙΡΟΥ", Αυγερινό Αβέρωφ -πολιτευτή, σαν μια μυστική - συνωμοτική οργάνωση με σκοπό να συμβάλει στην απελευθέρωση της Ηπείρου.
Πρόεδρος της μυστικής οργάνωσης ανεδείχθη ο Παν. Δαγκλής, υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Η ψυχή και ο νους ο διευθύνων τις δραστηριότητες , ήταν ο αδάμαστος στη θέληση και στη σπινθηροβόλο ευφυΐα, κατάφορτος από τις οικογενειακές παραδόσεις Σπυρομήλιος που σκόπευε να αποπλύνει το αίσχος της ήττας του 1897 απότοκο μεγάλων συμφορών για την Ήπειρο, ο δε Γεώργιος Δούμας ήταν ο κυριότερος σύνδεσμος μεταξύ του Κεντρικού Δ.Σ. και των Μυστικών Υπηρεσιών στα Ιωάννινα. Ο βασικός Όρκος των μυημένων ήταν:
"Ορκίζομαι επί του Ιερού Ευαγγελίου εις το όνομα της Μιας, Αδιαιρέτου και Ομοουσίου Αγίας Τριάδος, ότι θέλω χύσει και την τελευταίαν ρανίδα του αίματος μου υπέρ του ιερού σκοπού της Εταιρείας, προς απελευθέρωσην της φιλτάτης Πατρίδος μου, Ηπείρου, όταν διαταχθώ προς τούτο, και ότι θέλω τηρήσει απόλυτον εχεμύθειαν περὶ του σκοπού και των έργων της Εταιρείας. Εν η δε περιπτώσει φανώ επίορκος, να υφίσταμαι τας συνεπείας του περί ποινών μυστικού άρθρου και να είμαι επικατάρατος."
Ο "Κανονισμός" της Εταιρείας μυστικός και αυστηρός, είχε 33 άρθρα. Όριζε την οργάνωση της εταιρείας σε τρία επίπεδα τμημάτων μελών, τούς Εταίρους, τούς Αδελφούς και τους Ελευθερωτές. Κάθε τμήμα σε όλα τα επίπεδα είχε το ανώτερο δώδεκα μέλη. Τμήματα Εταίρων οργανώθηκαν σε πολλές πόλεις της Ελεύθερης Ελλάδας και στο εξωτερικό, δηλαδή και στην υπόδουλο Ήπειρο (Ιωάννινα, Πρέβεζα, Αργυρόκαστρο) που αποτελούσαν και τα στελέχη και οργανωτές. Τμήματα Αδελφών μόνο στην Ήπειρο σε πόλεις και κωμοπόλεις. Και τέλος πολλά τμήματα Ελευθερωτών σε πόλεις και χωριά της υπόδουλης Ηπείρου. Ο ακριβής αριθμός των μελών τους είναι άγνωστος, αλλά από τα διασωθέντα στοιχεία πρέπει να ξεπερνούσαν τους 4000 ορκισμένους άνδρες. Οι Εταίροι και οι Αδελφοί στην ορκομωσία ελάμβαναν ένα ψευδώνυμο (nom de guerre) και μ' αυτό αναφέρονταν στα έγγραφα για λόγους ασφαλείας και προστασίας των μελών και της οργάνωσης.
Στην υπόδουλο τότε Ήπειρο, η " Ηπειρωτική Εταιρεία " αναπτύχθηκε με τις Μυστικές Υπηρεσίες που υπάγονταν στο Γενικό Προξενείο Ιωαννίνων. ήταν οργανωμένες σε τρεις Διευθύνσεις : η Α' Ιωαννίνων, η Β' Πρεβέζης, και η Γ' Αργυροκάστρου.
Στο Γενικό Προξενείο Ιωαννίνων με ψευδοιδιότητες (ακόλουθοι, υπάλληλοι, γραμματείς κλπ.) είχαν σταλεί εκπαιδευμένοι Αξιωματικοί. Παράδειγμα είναι ο Κ. Τσιριγώτης -Υπολοχαγός Πεζικού με το όνομα για το κοινό "Κ. Τσαρόπουλος" - Προξενικός υπάλληλος, το δε κωδικό του όνομα στις Μυστικές Υπηρεσίες ήταν "Άραχθος".
Αλλά η αναπόληση των ενδόξων αυτών σελίδων της Ηπειρωτικής Ιστορίας θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Κλίνουμε με ευλάβεια οι ελάχιστοι εμείς νεώτεροι απέναντι στους μεγάλους αυτούς Προγόνους μας Ηπειρώτες της ανιδιοτελούς προσφοράς και θυσίας.
Η Ήπειρος μετά τη γιγαντομαχία μπροστά στο Ανδροφόνο Μπιζάνι, έχει απελευθερωθεί κατά το μεγαλύτερο της μέρος. Ο Ηπειρωτικός Λαός χαίρεται τη λευτεριά του.
Οι νέες όμως χώρες, Μακεδονία, Ήπειρος, Θράκη, Νησιά του Αιγαίου, είναι ανάγκη να προσαρτηθούν όχι σαν λεία κατακτήσεως στον κορμό της Παλιάς Ελλάδος, της Ελλάδος των συνόρων της Μελόυνας καὶ του Αράχθου, αλλά να ενσωματωθούν και να βρουν μαζί της, τη σύμμετρη ανάπτυξη τους στον στίβο των ευγενικών ειρηνικών αγώνων. Και η προσπάθεια και της Πολιτείας και των Τέκνων της Ηπείρου ήταν συνεχής και αδιάλειπτη.
Στα 1934, είκοσι χρόνια μετά την απελευθέρωσή της, η Ήπειρος ήταν μια λησμονημένη και απόκεντρη περιοχή. Το θαλάσσιο προς αυτήν ταξίδι από την πρωτεύουσα ήταν μια περιπέτεια που διαρκούσε είκοσι τέσσαρες ώρες. Οι οδική σύνδεση ήταν ανύπαρκτη λόγω μη ύπαρξης οδικού δικτύου. Η σκιά της ληστοκρατίας μόλις είχε διαλυθεί με το δρακόντειο νόμο περί ληστείας του Ελ. Βενιζέλου. Η ελονοσία μάστιζε το Φανάρι και την πεδινή Θεσπρωτία. Τα αποστραγγιστικά και εγγειοβελτιωτικά έργα στον Ηπειρωτικό χώρο είναι όραμα μακρινό. Ο τουρισμός, τόσο αναπτύξιμος από τις φυσικές καλλονές της ευλογημένης Γής, μαγική, αλλά άγνωστη λέξη. Οι δρόμοι ανύπαρκτοι. Αλλά ακοίμητη η δραστηριότητα και το ενδιαφέρον των Αποδήμων Ηπειρωτών.
Και τότε είναι που γεννάται η σκέψις της ανασυστάσεως της Ηπειρωτικής Εταιρείας, όχι πλέον συνωμοτικής, αλλά προορισμένης να παίξει το ρόλο της σε ειρηνικό πεδίο, να βγάλει την Ήπειρο από το περιθώριο της κρατικής μερίμνης, με την προαγωγή των ζητημάτων, που την απασχολούσαν.
Πρωτουργοί της νέας Εταιρείας, με τη νόμιμη πια μορφή της είναι παλαιά Μέλη της συνωμοτικής, ο Γ. Δούμας, ο Βασ. Μελάς, ο Λιάμπεης, ο Πανταζής και Επίγονοι τους, με την προτροπή του Ιωαννίνων Σπυρίδωνος. Και δεν μπορούσε, να γίνει αλλιώς. Ποιος άλλος θα μπορούσε, να οικειοποιηθεί έναν περίδοξο τίτλο, που είχε πάρει τη λαμπηδόνα του απελευθερωτικού Ηπειρωτικού πολέμου; Ο Σπυρίδων, ο Δούμας κι ο Β. Μελάς διετέλεσαν και Πρόεδροι της νέας Ηπειρωτικής Εταιρείας.
Η δράση της Ηπειρωτικής Εταιρείας μέχρι της εποχής του πολέμου του 1940 είναι πολύμορφη. Θα σημειώσουμε ότι και ο δρόμος Ιωαννίνων - Καλαμπάκας μέσω Μετσόβου, που τόσο σπουδαίο ρόλο, έπαιξε στον εφοδιασμό του Ηπειρωτικού Μετώπου, κυοφορήθηκε στα συμβούλια της Ηπειρωτικής Εταιρείας. Εξ άλλου η τουριστική αξιοποίηση του Ηπειρωτικού Χώρου ήταν μια διαρκής μέριμνα αυτής. Τότε εξεδόθη με δαπάνη της και το πρώτο τουριστικό - ταξιδιωτικό βιβλίο του μακαρίτη Χιλιαδάκη "Ταξίδια στην Ήπειρο". Στον πνευματικό τομέα η λαογραφική έρευνα επίσης επέσυρε το ενδιαφέρον της. Προεκήρυξε πνευματικά αγωνίσματα και βράβευσε το εξαιρετικού ενδιαφέροντος λαογραφικό πόνημα του Δάσκαλου Χαρ. Ρεμπέλη " Τα Κονιτσιώτικα ".
Ο πόλεμος, η ξενική κατοχή 1941-1944. Τα ταραχώδη μεταπολεμικά χρόνια ανέστειλαν τη δράση της Εταιρείας. Η πνευματική διαφοροποίηση, η ανάπτυξη της Πολιτείας, που υπεισέρχεται σε πολλούς τομείς της ιδιωτικής ελευθέρας δραστήριας ενέργειας, περιορίζει την συλλογική συμβολή κατ’ ανάγκη σε πνευματική και πολιτιστική προσπάθεια.
Με αυτή τη μορφή εμφανίζεται η Ηπειρωτική Εταιρεία και πάλι στην πνευματική κονίστρα της Αθήνας το 1961. Τα μέλη της και οι φίλοι πολλαπλασιάζονται και περικλείει στους κόλπους της τους πνευματικούς Ηπειρώτες κάθε κοινωνικής τάξεως, όσους όντας στη διασπορά έχουν συνειδησιακή σύνδεση με τη Γενέτειρα μας Ήπειρο, που δεν είναι κατώτερη από άλλες ελληνικές περιοχές, αλλἀ κατάφορτη με θρύλους και ιστορία και με αποφασιστική συμβολή στη Νεοελληνική Αναγέννηση. Αγωνιστές, Ευεργέτες, Μεγάλοι Διδάσκαλοι. Άρματα, γρόσια, γράμματα.
Από το 1961 οι συχνές διαλέξεις από το Βήμα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, ήταν σαν ένας πομπός Ηπειρωτικής Φωνής, προς το πυκνό ακροατήριο και ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό των εκδόσεων της. Ποικίλα ήταν τα θέματα που αναπτύσονταν από το Βήμα αυτό, όπως ιστορικά, λαογραφικά κλπ. παρμένα από τον τον ακένωτο Ηπειρωτικό Χώρο και την παράδοση της Ηπείρου. Τα αναπτυχθέντα θέματα πρωτοτυπόντας σε σε συνέχεια και μονιμότητα δεν αφήνει τα θέματα αυτά στη φορά των χειμερινών ανέμων, αλλά τα αποθησαυρίζει στο γνωστό CORPUS των εκδόσεων της, που διέθετε στα μέλη και στους φίλους σε όλο τον κόσμο. Χάρη δε στην Ηπειρωτική παράδοση της ευποιΐας , των χορηγών και δωρητών , γίνεται πάντα δυνατή η διανομή των εκδόσεων σε σχολεία, βιβλιοθήκες, ινστιτούτα και ιδρύματα εν γένει, στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.
Το πνευματικό έργο της Ηπειρωτικής Εταιρείας στηρίζεται στα Μέλη της και την εγγύτερη Συνέλευση αυτών, τέλος δε αλλά όχι λιγώτερο στους πολυάριθμους Φίλους της και στους φιλομαθείς Ηπειρώτες.
--***--
Γραφεία : Μαυρομιχάλη 7, ΑΘΗΝΑ Τ.Κ.106 79
Τηλ. 698 3522785 Εnail : [email protected]
Συνδρόμες, ενισχύσεις στον Τραπ. Λογ. ALPHA BANK 441 00 2002 000053 σε EUR IBAN GR21 0140 4410 4410 0200 2000 053 Υπ/μα Ακαδημίας και Ιπποκράτους Αθήνα.
Και μια μικρή ενίσχυση από τους πολλούς, είναι ευπρόσδεκτη και βοηθάει το έργο μας για την Ήπειρο. Ευχαριστούμε εκ των προτέρων.

16/06/2026

Eva Nilsson Nylander:
Det svältande Greklands sak var vår.
Sv.D. 2008-09-05
Sverige gjorde en stor insats under den svältkatastrof som drabbade det ockuperade Grekland 1941–42. Som neutral nation ställde Sverige fartyg till förfogande samt 29 delegater från Röda korset. En ny antologi tar upp olika aspekter av andra världskrigets största humanitära hjälpaktion.
Imars 2005 hölls på St Antony’s College i Oxford en konferens där forskare från olika discipliner och länder kom samman för att diskutera en försummad aspekt av grekisk nutidshistoria, nämligen den stora svältkatastrofen under 1940-talet. Om Grekland under andra världskriget, de politiska och militära aspekterna av den italienska och den tyska ockupationen och det efterföljande inbördeskriget 1946–49 finns en stor och substantiell litteratur, men om den humanitära katastrofen som svälten innebar och om de hjälpförsök som gjordes av olika grupper inom och utom landet finns nästan inget skrivet alls.
Extra välkommen är således den volym med konferensbidrag som nu publiceras: Bearing Gifts to the Greeks: Humanitarian Aid to Greece in the 1940s (Palgrave MacMillan, 288 s), redigerad av professor emeritus Richard Clogg, expert på modern grekisk historia.
Uppskattningsvis 100000 människor dog i den svåra svält som utbröt under krigsvintern 1941–42, främst i Aten men också i andra städer. Axelmakterna invaderade landet 1941 och en stor del av den grekiska manliga befolkningen mobiliserades, dragdjur och fordon rekvirerades av militären och kvinnor och barn lämnades att sköta åkrar och boskap. Det tyska anfallet i april 1941 och de därpå följande rekvisitionerna av livsmedel tömde helt de grekiska förråden. Endast en liten del av Greklands areal var uppodlad och landet var beroende av import av spannmål från utlandet till mer än 50 procent. Under resten av 1941 ockuperade dessutom Bulgarien de nordöstra, bördigaste delarna av Grekland, viktiga jordbruksområden som normalt producerade en tredjedel av den grekiska brödsäden. Härtill kom en engelsk handelsblockad, riktad mot ockupationsmakterna, som satte stopp för all livsmedelsimport. Vintern 1941–42 var dessutom ovanligt kall. Katastrofen var ett faktum.
I denna högintressanta volym med specialstudier som tillsammans berikar vår bild av ett komplicerat skeende, behandlas olika aspekter av denna tid och av den hjälp som strömmade till från ibland oväntade håll. Inledningsvis analyserar Violetta Hionidou grundligt de ekonomisk-politiska orsakerna till svälten och de demografiska konsekvenserna av den, framför allt på öarna Mykonos, Syros och Chios. Hon definierar ordet svält och relaterar det till dagens svältkatastrofer på den afrikanska kontinenten. Hon kan bland annat konstatera att antalet illegitima födslar ökade mycket drastiskt: en tidigare onämnbar följd av svälten var att grekiska kvinnor bytte s*x mot mat. Vad som hände med dessa kvinnor och deras barn och hur detta hanterades i ett s*xualmoraliskt strängt samhälle är ett ännu oskrivet kapitel.
Elçin Macar, statsvetare från Istanbul, analyserar de turkiska hjälpaktionerna, både snabba och substantiella. Båtarna Kurtuluş och Dumlupinar med Röda halvmånens emblem gjorde flera turer med förnödenheter och det berättas att en doft av soppa spred sig över staden när båtarna anlöpte Pireus. Macar visar klart hur Turkiet och Grekland under hela 1900-talet hjälpte varandra vid stora katastrofer, extra intressant mot bakgrund av hur de två länderna hanterade sina respektive grekiska och turkiska minoriteter 1922. En planerad massevakuering av grekiska barn till Istanbul genomfördes av oklara skäl aldrig.
Om en massförflyttning av barn som där­emot blev av skriver Milan Ristović vid universitetet i Belgrad. Under inbördeskriget var den grekiska motståndsrörelsen helt beroende av hjälp från det kommunistiska grannlandet Jugoslavien, inte bara vad gällde militär utrustning utan också förnödenheter. I en svårtolkad aktion som kom att kallas paidomazoma togs cirka 11000 grekiska barn till Jugoslavien. Få återvände. Men också inom landet togs hjälpinitiativ. Organisationen Nationell solidaritet, den största motståndsgruppen i det ockuperade Grekland, hade egna hjälpprogram framför allt riktade till politiska fångars familjer och till anhöriga till motståndsmän.
Idag – med Biafra och Darfur i tanken – vet vi att bildens makt, då det gäller att skapa opinion, ofta är större än ordets. Om försöken att smuggla ut fotografier på svältens offer för att skapa internationell medvetenhet skriver A P Zannas, arkivarie på Benakimuséet i Aten, som också publicerar en sådan bildserie.
Av särskilt intresse här är den svenska fotografen Marie Mauzys bidrag ”Inter arma caritas, The Swedish Red Cross in Greece in the 1940s” där den så gott som okända historien om de svenska hjälpinsatserna dokumenteras. Mauzy är sedan många år verksam i Aten och har där bedrivit forskning i de grekiska arkiven. Sommaren 1941 hade den svenske journalisten Gunnar Cederschiöld besökt Aten och förstått vad som höll på att hända. I artiklar i Stockholms-Tidningen uppmärksammade han hungersnöden och blev på så sätt en av initiativtagarna till den så kallade Greklandshjälpen. Ett par år senare skrev han boken ”Sviker Sverige?” där han framhöll att det var Sveriges plikt som icke-krigande nation att hjälpa Europas lidande folk. Här hans egna ord: ”Jag trodde jag sett det hemskaste som fanns i denna värld: avrättningar, halshuggningar, slagfälten i Verdun, spetälska i olika grader av upplösning och afrikanska byar utdöende av sömnsjuka. Men aldrig har jag sett något som upprört mig så, som vad jag såg i Aten sommaren 1941: barnen som dog av svält utan att förstå varken hur eller varför. Som Dante i Inferno vandrade jag från den ena lidandets arbetsplats till den andra: från konsultationsklinik till barnsjukhus, från hittebarnshus till Kindergarten i fattigkvarteren, från det ena soppköket till det andra. Överallt såg jag svältande människor.”
Greklands modiga motstånd mot Mussolini i oktober 1940 (man nekade Italien passage genom landet; Nej-dagen den 28 oktober är idag nationaldag) betydde mycket för den positiva synen på Grekland. Det stod ännu inte klart att USA skulle inträda i kriget och Grekland var Englands enda aktiva allierade i Europa. Starka filhellenska stämningar rådde, elegant formulerade av Winston Churchill med orden ”today we say that Greeks fight like heroes, from now on we will say that heroes fight like Greeks”. Men det räckte inte med ord. Det stod klart att en stor insats behövdes för att rädda det grekiska folket från svält. Tanken att använda neutrala Sveriges handelsfartyg väcktes – det kom att kallas ”the Swedish plan” – och långa och invecklade förhandlingar inleddes mellan alla berörda parter (för Sverige förhandlade utrikesminister Erik Boheman), något som resulterade i att de allierade alltså gav tillstånd till att förnödenheter skickades från USA och Kanada med svenska fartyg. De vitmålade båtarna med Röda korsets emblem och ”Sverige” i stora bokstäver gavs fri lejd över Atlanten och följde, enligt de ockuperande ländernas beslut, strikta rutter genom Medelhavet. Till största delen bestod hjälpsändningarna av vete som maldes och bakades till bröd i Grekland. Livsmedlen bekostades främst av Greek War Relief Fund i Kanada och Greek War Relief Association i USA. Denna panhellenska, panamerikanska organisation skapades snabbt och effektivt av den grekiska kommuniteten (omkring 500000 år 1940) och kom att bli en inflytelserik lobby vid de förhandlingar som ledde till att engelsmännen – under stark amerikansk påtryckning – temporärt och delvis hävde blockaden och tillät den internationella hjälpen att nå fram.
Men de allierade krävde att en neutral kommission, bestående av svenskar och schweizare – vars historia saknas – skulle upprättas för att hantera distributionen av hjälpsändningarna, något som skulle förhindra att förnödenheterna hamnade i ockupanternas händer. Sveriges viktiga insats i den största humanitära hjälpaktionen under andra världskriget kom alltså inte att bestå av ekonomisk hjälp, utan av de fartyg som ställdes till förfogande samt av de 29 delegater som svenska Röda korset skickade till Grekland för att övervaka och distribuera hjälpsändningarna.
Bland dessa fanns ett antal handplockade arkeologer och klassiker som ansågs lämpliga då de kände landet och i de flesta fall talade grekiska: Axel W Persson i Uppsala som fungerade som ledare på centrala Peloponnesos och som kände både folket och topografin väl efter otaliga grävningssäsonger, Christian Callmer, Einar Gjerstad, Torgny Säve-Söderbergh, Stig Wikander och Sture Linnér. Med i gruppen – men inte som officiell delegat – fanns ­också Perssons hustru, läkaren Elsa Segerdahl-Persson, som gjorde viktiga insatser, särskilt för barnen. Ejnar Gjerstad sägs ha upptäckt att hans förmåga att klassificera och pussla ihop antika keramikfragment kom väl till pass vid genomgången av de stora sändningarna med kläder och skor som skulle paras ihop – tack var honom och hans kollega osteologen Nils Gejvall kunde många greker promenera omkring i skor av samma storlek och modell.
De andra var frivilliga unga män och kvinnor: Karl Borg, ingenjör på Svenska Tändsticksaktiebolaget, Dag Bergman, jurist (och bror till Ingmar), Bengt Helger, statistiker, och Martin Nordenström, gymnastiklärare och reservofficer. Karin Pettersson-Giavassi bodde i Grekland och var gymnastiklärare åt de kungliga grekiska barnen. Hon var inte heller officiell representant men betydde mycket, särskilt i slutskedet. Dessutom var diplomaterna Sven Allard och Knut Thyberg inblandade.
När delegaterna anlände till Grekland skickades de ut till olika delar av landet för att ta emot, övervaka och förmedla hjälpsändningarna. Tulltjänstemannen Jean Lieberg från Lund var 1944 stationerad i Thessaloniki, Greklands näst största stad. Han trodde att han skulle köra lastbil och dela ut bröd men upptäckte att han hade ansvar för en organisation som var lika stor som ett departement, 400 administratörer och tusentals frivilliga. Den unge studenten Hans Ehrenstråle hade hand om distributionen av förnödenheter i Patras-området. Till sin hjälp hade han bland annat Malmöprästen Arvid Wikerstål och en grekisk rödakorssyster. Delegaterna hade inte fått någon utbildning för sin uppgift utan fick använda sitt förnuft och sin fantasi för att lösa alla de problem som uppstod. Ett fåtal delegater arbetade i Aten medan resten placerades ut i landet: från Kreta längst i söder, till Kykladerna, i städerna Korint, Patras, Tripolis Volos, Trikkala, Lamia och Thessaloniki och på öarna Korfù, Chios, Samos och Mytilini.
Den yngste delegaten var Sture Linnér från Uppsala (se bland annat hans ”Min Odyssé” från 1982). Endast 25 år gammal kom han till Volos för att organisera distributionen av förnödenheter i Thessalien. När området vid ett tillfälle var helt avskuret från all tillförsel av livsmedel, medicin och kläder från Aten och de lokala matförråden var tömda misströstade han: ”Gränsen mellan svält och död är hårfin i de här tiderna, och nu glider många över den, utan att längre orka göra motstånd. Vad tjänar det till att gå ut – jag kan ju ändå inte hjälpa.” Trots denna Linnérs momentana förtvivlan bidrog den svenska hjälpen till att rädda livet på hundratusentals greker. Från september 1942, då de svenska fartygen började anlända, till mars 1945 då United Nations Relief and Rehabilitation Administration (UNRRA) tog över levererades 623000 ton livsmedel. Dessutom skickades stora mängder medicin, kläder och skor.
Man kan avslutningsvis konstatera att den stora svältkatastrofen märkligt nog inte finns i det grekiska folkets kollektiva eller officiella minne. Det är inte heller ett nationellt trauma likt det som associeras till Irlands svältkatastrof på 1800-talet. Det grekiska inbördeskrig som följde, som fick mer långtgående konsekvenser och varade längre, liksom slukade eller absorberade svälten. Men frånvaron av ett nationellt kollektivt minne utesluter inte existensen av ett levande minne på lokal nivå. Många av forskarna kompletterar här skriftlig evidens och statistik med muntlig historia i form av djupintervjuer med överlevande.
Det är hög tid.
Eva Nilsson Nylander
är klassisk filolog och bokhistoriker vid Lunds universitet.

Σύγχρονο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικήςευκαιρία διατίθεται με έκπτωση  70% από τη κανονική τομή!!!…
11/06/2026

Σύγχρονο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής
ευκαιρία διατίθεται με έκπτωση 70% από τη κανονική τομή!!!…

Σύγχρονο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

Konstantinos Kalymnios2 Ιουνίου στις 8:47 π.μ. ·TROUBLE IN NORTHERN EPIRUSThe recent protests in Zvërnec (Σβέρνιτσα) are...
10/06/2026

Konstantinos Kalymnios
2 Ιουνίου στις 8:47 π.μ.
·
TROUBLE IN NORTHERN EPIRUS
The recent protests in Zvërnec (Σβέρνιτσα) are not simply a dispute over a resort. They have become a symbol of everything many people believe has gone wrong under Edi Rama's Albania: the concentration of power, the dominance of politically connected developers, the erosion of trust in public institutions, and the growing feeling that ordinary citizens stand little chance when their interests collide with those of wealthy investors.
The immediate controversy concerns the planned luxury tourism development in the Nartë-Zvërnec area, (Νάρτα) a project associated with investment plans involving Jared Kushner and his company. Supporters present the development as a major economic opportunity capable of bringing jobs and investment to the region. Opponents see something very different. They see a protected coastal landscape being opened to politically favoured development despite objections from local residents, environmental activists, and landowners.
The situation exploded when protests against the project led to clashes with private security personnel protecting the construction site. Images of villagers confronting guards over access to land transformed what might otherwise have remained a local planning dispute into a national and international controversy.
What makes this issue especially important is the location. Narta is widely regarded as the northernmost Greek-speaking village in Albania and forms part of a historic Greek presence in the region. As a result, any dispute involving land, property rights, or state authority in the area inevitably carries significance beyond local politics.
For many Greeks, the events in Zvërnec are impossible to separate from the broader history of disputes involving Greek communities in southern Albania. Himara is the most obvious example. For years, residents have complained that some of the country's most valuable coastal land has become the target of aggressive development schemes, often accompanied by legal battles, ownership disputes, and accusations that the interests of local communities are being subordinated to those of investors and politically connected figures.
Whether every allegation is justified is ultimately for courts and investigators to determine. However, the pattern is difficult to ignore. Time and again, projects involving highly valuable coastal property seem to generate the same complaints from local populations. Time and again, residents claim that transparency is lacking. Time and again, powerful economic interests appear to emerge as the primary beneficiaries.
These concerns are magnified by Albania's longstanding reputation for corruption and by repeated reports from international organisations regarding the influence of organised crime on parts of the economy, particularly sectors such as construction, real estate, and large-scale development. Critics of Rama argue that his government has failed to confront these problems adequately and has instead overseen a model of development that often appears to favour powerful interests over local communities.
Rama's handling of relations with Greece has only added to these suspicions. Over the years he has repeatedly engaged in highly confrontational rhetoric during disputes involving the Greek minority, property rights, maritime issues, and bilateral tensions. His supporters describe this as defending Albanian sovereignty. His critics see something else entirely: a willingness to use nationalist rhetoric whenever it serves a political purpose, particularly when faced with criticism over domestic issues.
That is why many observers found the reaction to Zvërnec so troubling. Instead of focusing on legitimate questions about property rights, environmental protection, and the treatment of local residents, attention once again shifted towards arguments about Greece and Greek involvement. To many critics, this looked less like leadership and more like a familiar political tactic: redirect the conversation away from uncomfortable questions and towards nationalism.
The most revealing aspect of the Zvërnec protests is that opposition to the project extends well beyond the Greek minority. Ethnic Albanians have joined the protests for exactly the same reasons as their Greek neighbours. They are concerned about transparency. They are concerned about property rights. They are concerned about environmental destruction. Most importantly, they are concerned that decisions affecting their communities are being made in the interests of powerful investors rather than the people who actually live there.
In that sense, Zvërnec represents something larger than a dispute involving a Greek-speaking village. It suggests that practices long criticised in minority areas are now being experienced by Albanians themselves. The grievance is no longer simply that the state is failing minority communities. The grievance is that the state increasingly appears unwilling to listen to any community when major financial interests are involved.
That is why the controversy matters. It is not fundamentally about Greece. It is not fundamentally about one resort. It is about whether Albania is becoming a country governed by the rule of law and accountable institutions or a country where wealth, influence, and political connections determine outcomes before local residents ever have a chance to be heard.
The people of Narta and Zvërnec deserve better than being dismissed as obstacles to development. They deserve transparency, accountability, and respect for their rights. Until that happens, the protests will continue to stand as a powerful indictment of the political system that produced them.
DEAN KALIMNIOU

Θυμόσαστε "Τα Δελφινάκια του Αμβρακικού" του Ντίνου Δημόπουλου. Περίοδος του Μεσοπολέμου, δεκαετία του 1930. Αυτό είναι ...
28/05/2026

Θυμόσαστε "Τα Δελφινάκια του Αμβρακικού" του Ντίνου Δημόπουλου. Περίοδος του Μεσοπολέμου, δεκαετία του 1930. Αυτό είναι από το 1883 !!!!

Καποδίστριας: Ο άνθρωπος που αν ολοκλήρωνε το έργο του η Ελλάδα θα ήταν διαφορετική Στις 26 Ιανουαρίου του 1828, ο Ιωάνν...
10/05/2026

Καποδίστριας: Ο άνθρωπος που αν ολοκλήρωνε το έργο του η Ελλάδα θα ήταν διαφορετική

Στις 26 Ιανουαρίου του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας φτάνει στην Ελλάδα και ορκίζεται κυβερνήτης της. Επρόκειτο για έναν επιφανή Έλληνα πολιτικό και διπλωμάτη που μεταξύ άλλων υπήρξε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας. Ως ο πρώτος Κυβερνήτης του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, συνετέλεσε στην σύσταση του εκ θεμελίων και με την προσωπική του περιουσία.
Η ύπαρξή του και το έργο του πριν αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας είχε ήδη προκαλέσει ποικίλα σχόλια μιας και η αναγνώρισή του ήταν τεράστια χάριν στους διπλωματικούς χειρισμούς του ως εκπρόσωπος της Ρωσίας μετά την λήξη των Ναπολεόντειων πολέμων.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι το 1813, διορίστηκε εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία, στην πρώτη του μεγάλη αποστολή, με σκοπό να συνεισφέρει στην απαλλαγή της από την επιρροή του Ναπολέοντα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενότητα, ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας και συνεισέφερε τα μέγιστα στο ελβετικό σύνταγμα, που προέβλεπε 19 αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως συστατικά μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας.
Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης, που έθεσε τις βάσεις της «Ιεράς Συμμαχίας», ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας, αποτελώντας το φιλελεύθερο αντίβαρο στην αντιδραστική πολιτική του αυστριακού πρίγκιπα Μέτερνιχ. Πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, καθώς και τη διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Μετά τις μεγάλες του διπλωματικές επιτυχίες, ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1816 έως το 1822.
Γι’ αυτό τον λόγο κατά το 1828 όταν ο Καποδίστριας μόλις είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδος, ο Γκαίτε έγραφε: «Μακάρι οι άριστοι άνδρες των Ελλήνων – οι Φαναριώτες – να συσπειρωθούν γύρω από τον νέον φανόν του ευγενούς Κυβερνήτου Καποδίστρια. Είθε οι γραμματισμένοι, οι σοφοί, οι ευφυείς, με την ελεύθερη γνώμη τους, οι γενναίοι πολεμιστές με τα έργα τους ιδιαίτερα δε οι κληρικοί με καθαρά ανθρωπιστική και αποστολική διάθεση, να ασπασθούν τα σχέδια και τις πεποιθήσεις του και να συμπεριφερθούν και να αποδειχθούν ως Φαναριώτες με την υψηλότερη έννοια, σύμφωνα με τις ευχές ολοκλήρου της Χριστιανοσύνης…»
Και σε άλλο σημείο: «Ποιός, αλήθεια, επιθυμούσε στις ημέρες τις πιό άγριας αναρχίας να σκεφθεί για τα αξιόλογα πρόσωπα που αποτελούσαν τιμή για το Ελληνικό έθνος, και τα οποία, αυτά κυρίως, καταπιέζονταν, καταδιώκονταν και αποκλείονταν από κάθε ενεργό δράση; Σήμερα, όμως, που ένας λαμπρός Κυβερνήτης αγωνίζεται να εξαλείψει από έξω την πειρατεία και από το εσωτερικό της χώρας την αισχροκέρδεια, τις αρπαγές και τις καταχρήσεις, αρχίσαμε να προσβλέπουμε πάλι με θάρρος και πίστη στα πρόσωπα και στα πράγματα, περιμένοντας την τελική επικράτηση και την επιβολή των καλυτέρων ατόμων, σύμφωνα με τις ευχές και τις ελπίδες μας, για το Ελληνικό κράτος …»
Σε στενό κύκλο προσκεκλημένων του, τον Απρίλιο του 1829, έκανε μιά θλιβερή και απαισιόδοξη πρόβλεψη:
«Θα σας φανερώσω ένα πολιτικό μυστικό, που αργά ή γρήγορα δυστυχώς θα πραγματοποιηθεί: Ο Καποδίστριας δεν θα μπορέσει να κρατηθεί για μακρό χρονικό διάστημα στην διοίκηση των ελληνικών πραγμάτων, γιατί δεν διαθέτει την απαραίτητη γι’ αυτές τις καταστάσεις ιδιότητα: Δεν είναι στρατιωτικός. Δεν έχουμε κανένα παράδειγμα, κατά το οποίο άνθρωπος του γραφείου και του πνεύματος να μπορέσει να διοικήσει ένα επαναστατημένο κράτος και να υποτάξει σε νόμους στρατιωτικούς και στρατηγούς και κοτζαμπάσηδες. Με το σπαθί στο χέρι, και ως αρχηγός του στρατού, μπορείς να διατάσσεις, να νομοθετείς και να επιβάλλεις τήρηση των νόμων, οπότε μπορείς να είσαι βέβαιος ότι θα σε υπακούσουν και θα πειθαρχήσουν. Χωρίς όμως την στρατιωτική σπάθη είναι αμφίβολη η επιτυχία … Και ο Καποδίστριας δεν κρατάει σπαθί … Σας το προλέγω … Δεν είναι δυνατόν να γίνει διαφορετικά …»
Και ο Goethe επιπλέον έγραψε : «Ο Καποδίστριας πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει όλους τους ανθρώπους τόσο τίμιους όσο τίμιος ήταν και ο ίδιος. Στην προσπάθειά του αυτή θα δοκίμαζε τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις και θα συναντούσε τις πιο βαθιές αντιδράσεις»
Όπως αναφέρει και ο σύγχρονος μελετητής του Καποδίστρια H. Kissinger «Μοναδικό και άσβεστο πάθος του Καποδίστρια ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδος, χωρίς να υπολογίζει καθόλου τις συνέπειες για τον εαυτό του».
Όπως γράφουν οι σύγχρονοί του, γυναίκες και άνδρες του πνεύματος και της αριστοκρατίας «Όταν ο Έλληνας διπλωμάτης εμφανιζόταν στα σαλόνια της υψηλής αριστοκρατίας, επεσκίαζε τους πάντες. Όλων τα βλέμματα επικεντρώνονταν επάνω του, χωρίς καθόλου να το προκαλεί. Υψηλός, ωραίος, με άψογους αριστοκρατικούς τρόπους πηγαίας και πραγματικής ευγένειας, προσηνής και απόμακρος, με τη σιωπηλή μελαγχολία στα μεγάλα και εκφραστικά μάτια του, μαγνήτιζε άθελά του τους πάντες. Η μόρφωσή του απέραντη: Ποταμός γνώσεων σε θέματα ιστορικά, φιλολογικά, φιλοσοφικά, λογοτεχνικά, ποιητικά. Άκουγε με σιωπηλή προσοχή τους άλλους, χωρίς ποτέ να κάνει επίδειξη γνώσεων, και όταν ακόμα είχε διαφορετικές απόψεις. Όταν όμως επίμονα ζητούσαν τις δικές του κρίσεις και γνώμες, με θαυμαστή επιδεξιότητα, χωρίς να υποτιμά κανέναν από τους άλλους ομιλητές, κατέπλησσε όλους με τη γλαφυρότητα του λόγου του, με τον πλούτο της σοφίας του, με τα ακλόνητα επιχειρήματά του … Και αυτοί ακόμη οι πολιτικοί αντίπαλοί του, ανίκανοι να τον αντικρούσουν, τον επαινούσαν … Αληθινά, τί άλλο μπορούσαν να κάνουν, όταν έβλεπαν τη γενική εντύπωση της γοητευτικής παρουσίας του;»
Ο Τύπος και άλλα δημοσιεύματα, κατά το συνέδριο της Βιέννης, έγραφαν: «Οι αυτοκράτορες χορεύουν, οι βασιλείς χορεύουν, οι πρωθυπουργοί χορεύουν, ο Μέττερνιχ χορεύει, ο Καστλερέη χορεύει, όλος ο κόσμος χορεύει. Μόνον ο Γάλλος πρίγκιπας Ταλλεϋράνδος παίζει χαρτιά. Και ο Καποδίστριας δεν χορεύει».
Το σχεδόν βέβαιο για πολλούς μελετητές του Καποδίστρια είναι ότι αν δεν είχε δολοφονηθεί το ελληνικό κράτος θα ήταν απαλλαγμένο από πολλά βαρίδια που το ταλανίζουν μέχρι και σήμερα.
Υπάρχουν βέβαια ορισμένοι που θεωρούν πως ο Καποδίστριας θα συνέχιζε την «αυταρχική» του διακυβέρνηση και μετά την λύση των προβλημάτων.
Το ήθος και ο βίος του δεν δείχνουν κάτι τέτοιο.
Είναι από τους ελάχιστους Έλληνες στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας που μπήκε στην πολιτική πάμπλουτος και βγήκε φτωχός.
Δεν δίστασε να υποθηκεύσει ολόκληρη τη μεγάλη ακίνητη πατρική περιουσία του στην Κέρκυρα, να δαπανήσει όλα τα χρήματά του για να στηρίξει το νεοσυσταθέν κράτος, να ζήσει ο ίδιος με τρόπο λιτό φέρνοντας τον εαυτό του και την υγιεία του στα όρια, όπως αναφέρει και η Γενική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: «… Ο γιατρός του είπε να βελτιώσει λίγο την τροφή του, ήταν επείγουσα ανάγκη για την υγεία του. Κι εκείνος απήντησε αποφασιστικά: Τότε μονάχα θα βελτιώσω την τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει …»

STARS AND STRIPES  May 2, 1945DACHAU, April 29 (Delayed) — American soldiers and reporters were mobbed, kissed and throw...
10/05/2026

STARS AND STRIPES May 2, 1945

DACHAU, April 29 (Delayed) — American soldiers and reporters were mobbed, kissed and thrown into the air and carried on shoulders high through a sea of weeping, cheering, laughing prisoners at the notorious Dachau concentration camp late today in one of the maddest and most heart-rending liberation scenes of the war.

Thousands of political prisoners of all nationalities-some of them Germans in camps for 13 years — screamed with joy as doughboys of the 42nd Division herded the surviving SS guards outside the iron camp gates. A mighty cheer went up for the first Yanks to appear at the camp.

A Polish Catholic priest, deputy to Cardinal Hlond, Archbishop of Poznan, hugged and kissed the first American to enter the tremendous crowded square inside the gate, then realized with a shock that it was a woman — and a pretty young woman at that.

Marguerite Higgins, blonde, 23year-old war correspondent for the New York Herald-Tribune, was the first person actually to announce to the prisoners that the Americans had arrived, and that they would soon be free. She shouted in German. French and English to the men prisoners who crowded around her with tears streaming down their worn and bearded faces.

Official surrender of the camp came late tills afternoon as Miss Higgins and this reporter drove along the road toward the camp’s main outer gate, past boxcars filled with hundreds of filthy, stinking starved corpses of Buchenwald— prisoners who had died of starvation on the way from that camp near Weimar to Dachau. An SS lieutenant and a man who said he was a representative of the International Red Cross, marched toward us with a white flag held high on a long pole.
"I was sent here last night to surrender the camp and Its 30,300 prisoners and remaining guards to you," he said.

RIFLE REPORT

Even as he spoke, rifle fire could be heard from one of the concrete towers, but we never found out if we were the target. As we entered the main gate into the outer enclosure. several SS men or soldiers appeared at the entrance to one of the machine gun towers.

“Kommen sie hier (Come here).” Miss Higgins shouted, and the guards walked toward us with their hands up. About eight more followed. One of them opened the gate to the actual camp, where some of the greatest brains of Germany and Europe have suffered for years at the hands of sadistic SS officers whose favorite sport was the “genickschuss" (neck shot) in a small enclosure behind the crematorlvmi, where 1.500 horribly emaciated corpses were still piled up this afternoon, because the SS did not have tbne to bum them.
Rumors had swept the entire area for days that Bavarian revolutionists had attacked the camp and liberated its prisoners, but no one had actually been seen by the prisoners, and it was feared at first that the SS may have massacred many of them. Actually, the prisoners themselves did not take over the camp —at least so far as administration and policing was concerned — until early this morning. Gustav Eberle. the famous "Gustel." a member of the International Brigade during the Spanish war and a captain in the Spanish Republican Army, said: "Only the Iron discipline of the political prisoners prevented a horrible mass slaughter here." 'The prisoners did not actually revolt in the strict sense of the word, but the SS knew that it was all over for them. Most of them, Including the commandant Martin Weiss and Assistant Commandant Pister. formerly of Buchenwald. escaped, leaving a few SS men in the towers and ordering the Luftwaffe ground crew to take over some of the guard duties.

WHOLESALE KILLINGS

Before they left, however, they murdered thousands and threw them Into a ditch behind the camp.
Among those taken to an SS "Sonderlager," a special camp near Innsbruck, were Austrian Chancellor Kurt Schuschnigg with his wife and daughter; Pastor Martin Neimoeller: Gabriel Piquet. Bishop of Saint Etiennes: Major Stalin: Leon Blum and wife: Prince Leopold of Pru.ssia and his aide, Baron Fritz Cerini.

The extent of the horror at this camp is beyond description. There is no way to put into mere words the stench of thousands of corpses lying 50 to 100 deep in three large rooms in the crematorium, or the death chamber in the "hospital." Buchenwald had just one "Block 61," where 50 to 100 men died each day but Dachau had six of these blocks.
On the day of liberation. 32,315 political prisoners of 300 nationalities were still alive. Of these, 1,200 are clergymen. 378 German veterans of the Spanish Loyalist Army.

03/05/2026

ΤΣΑΜΗΔΕΣ

Μιας και η συζήτηση για τους Τσάμηδες ξαναφούντωσε ας θυμηθούμε το παρελθόν τους μέσα από ένα απόσπασμα από το ευρύτερο κείμενο του Αθανάσιου Γκότοβου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, “Τσάμηδες, ετερότητα και σύγκρουση” που δημοσιεύτηκε στο Άρδην τ. 99.

Παράλληλα με τον εξοπλισμό των χωριών της Θεσπρωτίας, αρχίζει να συγκροτείται το λεγόμενο τάγμα Nuri Dino, το οποίο καλείται να δράσει κυρίως στην περιοχή του Αργυροκάστρου. Γίνονται οι αναγκαίες συνεννοήσεις με τον αρμόδιο Γερμανό στρατηγό, υπεύθυνο για την Αλβανία, ο οποίος στις 29.3.44 δίνει τη σχετική άδεια (1):
«Ο κ. Nuri Dino έχει την άδεια να συγκροτήσει ένα εθνικό αλβανικό στρατιωτικά οργανωμένο τάγμα επιστράτων εθελοντών στην περιοχή Αργυροκάστρου με σκοπό να πολεμήσει εναντίον των κομμουνιστών ανταρτών της περιοχής. Η επαφή με τους εγγύς ευρισκόμενους διοικητές των γερμανικών δυνάμεων είναι απαραίτητη, ειδικά πριν από την πραγματοποίηση σημαντικών επιχειρήσεων».
Ήδη νωρίτερα, και συγκεκριμένα στις 21.1.44, είχαν ζητηθεί τέσσερις Αλβανοί αξιωματικοί για τη στελέχωση του τάγματος (2): «Για το υπό συγκρότηση τάγμα “Nuri Dino” παρακαλούμε για την απόσπαση τεσσάρων Αλβανών αξιωματικών (αν είναι δυνατόν ένας από αυτούς με γνώσεις στη Γερμανική ή τη Γαλλική). Προώθηση στο Αργυρόκαστρο.»
Όπως μαθαίνουμε από σχετικό έγγραφο για τη δομή του τάγματος, το τάγμα «Νουρί Ντίνο» παρουσιάζει στις 18.3.1944 την εξής εικόνα σε ό,τι αφορά τη σύνθεση, τον ρουχισμό και τον οπλισμό (3):
«Δύναμη του τάγματος προς το παρόν: 691 άνδρες. 300 άνδρες από την περιοχή Ηγουμενίτσα-Φιλιάτες-Παραμυθιά και 391 άνδρες από την περιοχή Αργυροκάστρου. Το τάγμα υπάγεται από επιχειρησιακής πλευράς στη Μεραρχία Steyrer και οικονομικώς στο Ι/724. Το Ι/724 έχει την ευθύνη της παραλαβής και της διανομής του συσσιτίου.
Ο εφοδιασμός με ρουχισμό, οπλισμό και πυρομαχικά ρυθμίζεται κεντρικά από το [22. ορεινό] Σώμα Στρατού στα Ιωάννινα.
Με βάση τη διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΧΧΙΙ Ορεινού Σώματος Στρατού/Ic Nr. 3504/43 αναλογούν στο τάγμα: 1000 στολές, 1000 όπλα, 16 όλμοι, 16 ελαφρά οπλοπολυβόλα, 100.000 σφαίρες για ατομικό όπλο, 32.000 πυρομαχικά για ελαφρύ οπλοπολυβόλο. Μέχρι τώρα έχουν παραληφθεί: 800 στολές, 300 όπλα, 4 ελαφρά οπλοπολυβόλα, 71.200 σφαίρες, 23.400 πυρομαχικά για ελαφρύ οπλοπολυβόλο»
Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται τόσο ομαλά για τον Nuri Dino. Στο Αργυρόκαστρο υπηρετεί εκείνη την εποχή ως νομάρχης ένας ομοϊδεάτης, ο Vehip Runa, ο οποίος φαίνεται ότι δεν είναι διατεθειμένος να ανεχθεί να παρακάμπτεται από τον Nuri σε πολιτικο-στρατιωτικό επίπεδο. Δημιουργούνται τριβές ανάμεσά τους, οι οποίες υποχρεωτικά πρέπει να λυθούν σε ανώτερο επίπεδο. Έτσι, στις 22.5.44, ο Ντίνο απευθύνεται στον Αλβανό υπουργό Εσωτερικών Djafer Deva, από τον οποίο ζητά ξεκαθάρισμα των αρμοδιοτήτων, όπως φαίνεται από χειρόγραφο σημείωμα που συντάσσει στα γαλλικά και το υπογράφει ο ίδιος (4). Την ίδια ακριβώς αποσαφήνιση ζητά και το [22. Ορεινό] Σώμα Στρατού από τον ανώτατο στρατιωτικό διοικητή της Αλβανίας, απευθύνοντάς του μια όμοια στο περιεχόμενο επιστολή με εκείνη του Nuri (5):
«Ο Nuri Dino παρακαλεί τον υπουργό Εσωτερικών Xhafer Deva για αποσαφήνιση της θέσης του ως ηγέτη της πολιτοφυλακής σε σχέση με το Γενικό Στρατηγείο Ιωαννίνων αφ’ ενός και απέναντι στο νομάρχη Αργυροκάστρου αφ’ ετέρου.
Το Γενικό Στρατηγείο ενδιαφέρεται επίσης για αποσαφήνιση, καθώς ο Nuri Dino φαίνεται να έχει εξουσιοδοτηθεί από τα Τίρανα να διατηρεί απ’ ευθείας επαφή, ενώ η οδηγία του νομάρχη Αργυροκάστρου είναι να υπάγεται η αλβανική πολιτοφυλακή της περιοχής σε εκείνον.
Λόγω του τελευταίου γεγονότος έχει γίνει συνεννόηση με τον νομάρχη, ώστε όλες οι εντολές της Γενικής Διοίκησης προς τον Ντίνο να διαβιβάζονται μέσω του νομάρχη».
Τελικά, και παρά τις άοκνες προσπάθειές του, ούτε νομάρχης Αργυροκάστρου θα γίνει, ούτε θα μπορέσει να αυτονομηθεί από τον αντίζηλό του Vehip Runa.

Nuri Dino: άριστος πληροφοριοδότης, διοικητής ναζιστικού τάγματος, μαυραγορίτης

Οι προστριβές, όμως, με τον Runa φαίνεται πως έχουν και μια πιο υλική βάση. Στις 13.6.44, ο υπολοχαγός Petersen, ο άνθρωπος του Lanz στο Αργυρόκαστρο και ταυτόχρονα σύνδεσμός του με την αλβανική πολιτική διοίκηση της περιοχής, αναφέρει τα εξής (6):
«Αναφέρω το ακόλουθο συμβάν:
Στους Αγ. Σαράντα βρισκόταν αποθηκευμένοι περίπου 3 τόνοι αραβοσίτου, αλάτι και ένα ποσό 90.000 αλβανικών φράγκων. Οι Άγ. Σαράντα ανήκουν στη νομαρχία του Αργυροκάστρου. Έτσι ο αντινομάρχης των Αγ. Σαράντα είχε υποσχεθεί τα εφόδια αυτά στον νομάρχη [Αργυροκάστρου] Runa και είχε ήδη οργανώσει την αποστολή τους. Πριν όμως προλάβουν να μεταφερθούν τα υλικά αυτά –τα οποία είναι απολύτως αναγκαία εδώ– από τους Αγ. Σαράντα στο Αργυρόκαστρο, κατασχέθηκαν και απομακρύνθηκαν από τον Nuri Dino, παρά τις αντιρρήσεις του αντινομάρχη.
Όπως είπε ο Runa, ο Nuri Dino μετέφερε τα πράγματα αυτά στα Ιωάννινα με σκοπό το εμπόριο – κυρίως με το χρηματικό ποσό που αφαίρεσε. Ο φρούραρχος των Αγ. Σαράντα έδωσε τη συγκατάθεσή του για την κίνηση αυτή του Nuri Dino – προφανώς λόγω άγνοιας της κατάστασης.
Ο νομάρχης παρακαλεί τη Γενική Διοίκηση να ενημερώσει τις γερμανικές υπηρεσίες στο Δέλβινο και τους Αγ. Σαράντα ότι οι περιοχές αυτές ανήκουν στη νομαρχία Αργυροκάστρου και ότι εντέλει αυτός που δικαιούνται να δίνει εντολές στον αντινομάρχη των Αγ. Σαράντα Τζεμίλ Λέκα και του Δελβίνου Κάνι Λέσκου είναι ο νομάρχης Runa. Ο Runa δικαιολογημένα είναι σφόδρα εξοργισμένος με την εισπήδηση του Nuri Dino στη νομαρχία του, καθώς λόγω της ακύρωσης αυτής της αποστολής σιτηρών, η επισιτιστική κατάσταση έχει γίνει τόσο κρίσιμη, ώστε η υπηρεσία εφεδρικών εφοδίων του γερμανικού στρατού παρακαλείται να αποστείλει επειγόντως στο Αργυρόκαστρο με το αυριανό δρομολόγιο έξι τόνους αραβοσίτου ή σίτου».
Από πληροφοριοδότης και οργανωτής της πολιτικο-στρατιωτικής δραστηριότητας των μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, ο Nuri Dino γίνεται διοικητής του ομώνυμου τάγματος στο Αργυρόκαστρο για να εμπλακεί τελικά σε υποθέσεις μαύρης αγοράς, όπως τον κατηγορεί ο ομοϊδεάτης ανταγωνιστής του, νομάρχης Αργυροκάστρου. Παρόλα αυτά οι σχέσεις του με τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση της Ηπείρου θα παραμείνουν μέχρι το τέλος στενές.
Τον Ιούνιο του 1944, η φαντασίωση της ένωσης της Θεσπρωτίας με τη Μεγάλη Αλβανία, όπως την είχε υποσχεθεί ο Χίτλερ, βρίσκεται προς το τέλος της. Και ο Nuri Dino το γνωρίζει. Η αποστολή του τώρα είναι να υπερασπιστεί τη de facto εξουσία των μουσουλμάνων Τσάμηδων στην περιοχή αυτή κάτω από στρατιωτικά αντίξοες έως δραματικές για εκείνον συνθήκες. Η εξουσία των Τσάμηδων απειλείται ευθέως από τον ΕΔΕΣ και τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες επιδιώκουν τον πλήρη έλεγχο των θεσπρωτικών ακτών και τη δημιουργία εκτεταμένου προγεφυρώματος για εφοδιασμό της ελληνικής αντίστασης, προκειμένου να οργανωθούν οι δολιοφθορές στις αποχωρούσες γερμανικές δυνάμεις. Αυτό που καταφέρνει ο ηγέτης της μουσουλμανικής μειονότητας, παρά την πίεση που δέχονται οι δυνάμεις του, είναι να οργανώσει και να πετύχει το καλοκαίρι του 1944 την εκκένωση της περιοχής νοτίως του Καλαμά με ελάχιστες απώλειες. Οι συμμαχικές δυνάμεις και ο Ζέρβας παρέχουν συνειδητά τον αναγκαίο χρόνο για την επιχείρηση αυτή, η οποία στην πρώτη της φάση δεν ήταν αναίμακτη, καθώς ήταν αδύνατον να ελεγχθούν από πράξεις αυτοδικίας και αντεκδίκησης οι μαχητές των στρατιωτικών μονάδων του Ζέρβα στην περιοχή, και ειδικά εκείνοι που η ίδια η ζωή τους είχε σημαδευτεί επί τέσσερα χρόνια από τη κατοχική βία των ενόπλων Μουσουλμάνων της Θεσπρωτίας και των οποίων αγαπημένα πρόσωπα είχαν δολοφονηθεί από αυτούς. Σε σύγκριση πάντως με τα αιματηρά επεισόδια με θύματα (εθνοτικά) Γερμανούς και άλλους πρόσφυγες που καταγράφηκαν κατά την προέλαση του κόκκινου στρατού τους τελευταίους μήνες των συγκρούσεων στο ανατολικό μέτωπο (7), τα βίαια επεισόδια εναντίον αμάχων Μουσουλμάνων στην Παραμυθιά, το Καρβουνάρι, την Πάργα και τους Φιλιάτες, το καλοκαίρι και το Φθινόπωρο του 1944, ήταν εξαιρετικά περιορισμένα, και αυτό επειδή τελικά ο Ζέρβας μπόρεσε να επιβάλει την αναγκαία πειθαρχία για την περιφρούρηση του συγκεντρωμένου σε διάφορα ασφαλή σημεία άμαχου μουσουλμανικού πληθυσμού (8).
Η εκκένωση του συνόλου σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας –με εξαίρεση τους λίγους μουσουλμάνους μαχητές που ήταν ενταγμένοι στο αντάρτικο του ΕΔΕΣ κυρίως από το χωριό Κόντρα της Γκρόπας– ήταν, ίσως, μια από τις λίγες ρεαλιστικές αποφάσεις που πήρε ο Nuri Dino όταν δεν μπορούσε πλέον παρά να παραδεχτεί ότι το σενάριο του αλυτρωτισμού είχε ακυρωθεί οριστικά. Η τραγωδία, όμως, της υπόθεσης αυτής δεν βρίσκεται στην αυτοκαταστροφική πορεία της ηγεσίας των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, αλλά στο ότι η ηγεσία αυτή, χωρίς να συναντήσει στο εσωτερικό της μειονότητας τους φραγμούς και τις αντιστάσεις που θα περίμενε κανείς, κατάφερε και παγίδευσε το σύνολο σχεδόν των ομοεθνών της (9) να συμμετάσχουν στην υλοποίηση της αλβανικής μεγάλης ιδέας, να υπολογίσουν σε λάθος σύμμαχο για την πραγμάτωση της ένωσης της Θεσπρωτίας με την Αλβανία και τελικά να οδηγηθούν αναγκαστικά στον ξεριζωμό, στα πλαίσια μιας εθνοκάθαρσης εξ αντανακλάσεως, παρόμοια με εκείνες που σημειώθηκαν με γερμανικούς πληθυσμούς σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με την προέλαση του σοβιετικού στρατού (10). Ότι ο ξεριζωμός ήταν το πιο αναίμακτο σενάριο, αν η συμμαχία με τη Wehrmacht κατέρρεε, το γνώριζε, όπως αποδεικνύεται από τη μελέτη των γερμανικών στρατιωτικών αρχείων, η ηγεσία της μειονότητας από πολύ νωρίς. Αποφάσισε όμως να αναλάβει το ρίσκο και να παίξει με συνέπεια το χαρτί του αλυτρωτισμού, μιλώντας στα μέλη της μειονότητας μέχρι τα τελευταία για «νίκη» και για «απελευθέρωση» της Θεσπρωτίας. Η ηγετική ομάδα των μουσουλμάνων Τσάμηδων έπαιξε κυριολεκτικά με τη φωτιά και έχασε.

Address

Μαυρομιχάλη 7
Athens
10679

Telephone

698 3522785

Website

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Ηπειρωτικη Εταιρεια - Epirotiki Etairia posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Share