09/10/2026
📩 Επιστολή της Ομοσπονδίας Palso προς Υπουργό Παιδείας, κα Σοφία Ζαχαράκη, με αίτημα άμεσης συνάντησης για το φαινόμενο των «πιστοποιητικών ευκολίας» και τη διασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος πιστοποίησης γλωσσομάθειας.
Αξιότιμη κυρία Υπουργέ,
Με την παρούσα επιστολή επιθυμούμε να ζητήσουμε τον ορισμό συνάντησης μαζί σας, το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να θέσουμε υπόψη σας ένα ζήτημα ιδιαίτερης σοβαρότητας, το οποίο εγείρει εύλογους προβληματισμούς και προκαλεί έντονη ανησυχία στην εκπαιδευτική κοινότητα. Πρόκειται για το φαινόμενο των αποκαλούμενων «πιστοποιητικών ευκολίας», το οποίο έχουμε επανειλημμένα αναδείξει εμείς, ως Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Κέντρων
Ξένων Γλωσσών, και έχει δει το φως της δημοσιότητας ουκ ολίγες φορές με τελευταία την ημερίδα που διοργάνωσε η ALTE την 1η Οκτωβρίου 2026.
Οι επισημάνσεις και οι προβληματισμοί που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εκδήλωσης επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ζήτημα που άπτεται όχι μόνο της εγκυρότητας των τίτλων γλωσσομάθειας, αλλά και της ίδιας της θεσμικής αξιοπιστίας του συστήματος πιστοποίησης στη χώρα μας.
Η πιστοποίηση της γλωσσομάθειας δεν αποτελεί μια απλή διοικητική διαδικασία ούτε έναν τυπικό τίτλο προσόντων. Συνιστά θεσμική διαβεβαίωση ότι ο κάτοχός της διαθέτει πράγματι τις γνώσεις και τις δεξιότητες που πιστοποιούνται, κατόπιν μιας αντικειμενικής, αδιάβλητης και επιστημονικά τεκμηριωμένης διαδικασίας αξιολόγησης. Η διαβεβαίωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν τα πιστοποιητικά χρησιμοποιούνται ως εφόδια για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την επαγγελματική εξέλιξη και τη διεκδίκηση θέσεων εργασίας στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.
Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε πρακτική ενδέχεται να αλλοιώνει την ουσιαστική αξία ενός πιστοποιητικού ή να δημιουργεί συνθήκες άνισης μεταχείρισης μεταξύ των υποψηφίων δεν συνιστά απλώς μια δυσλειτουργία του συστήματος. Αγγίζει τον πυρήνα της αξιοκρατίας, υπονομεύει την ισονομία και θέτει υπό αμφισβήτηση την εμπιστοσύνη που οφείλουν να εμπνέουν οι θεσμοί πιστοποίησης.
Πέραν τούτου, η ενδεχόμενη επικράτηση τέτοιων πρακτικών απαξιώνει την προσπάθεια χιλιάδων μαθητών που επενδύουν χρόνο και κόπο στην ουσιαστική εκμάθηση ξένων γλωσσών, υποβαθμίζει το παιδαγωγικό έργο των εκπαιδευτικών και δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος όσων υπηρετούν με συνέπεια την ποιότητα και τη διαφάνεια στην εκπαίδευση.
Θεωρούμε ότι η διαφύλαξη του κύρους των πιστοποιήσεων αποτελεί πρωτίστως ζήτημα θεσμικής ευθύνης. Η αναγνώριση ενός τίτλου γλωσσομάθειας από την Πολιτεία οφείλει να συνοδεύεται από την εύλογη απαίτηση ότι οι διαδικασίες που οδηγούν στην απόκτησή του υπόκεινται σε ουσιαστικό, ανεξάρτητο και αποτελεσματικό έλεγχο. Διότι η αξιοπιστία ενός συστήματος δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις εκείνων που το διαχειρίζονται, αλλά πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια.
Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνουμε επιβεβλημένη την ουσιαστική εξέταση του ζητήματος από το Υπουργείο Παιδείας, με γνώμονα την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, τη διασφάλιση ίσων όρων για όλους τους υποψηφίους και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην εγκυρότητα των αναγνωρισμένων πιστοποιητικών γλωσσομάθειας.
Το ζήτημα αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τον χώρο της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης ούτε περιορίζεται στην αντιπαράθεση μεταξύ φορέων πιστοποίησης. Αφορά πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον, καθώς η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει ότι οι τίτλοι γλωσσομάθειας που αναγνωρίζει ανταποκρίνονται σε πραγματικές γνώσεις και δεξιότητες και αποτελούν αξιόπιστα τεκμήρια των προσόντων των κατόχων τους.
Παράλληλα, όμως, οφείλουμε να επισημάνουμε με απόλυτη σαφήνεια ότι η ενδεχόμενη επικράτηση των λεγόμενων «πιστοποιητικών ευκολίας» συνιστά υπαρξιακή απειλή για τον κλάδο μας. Εάν η απόκτηση ενός πιστοποιητικού αποσυνδεθεί από την ουσιαστική γνώση της ξένης γλώσσας και την αντικειμενική αξιολόγησή της, τότε απαξιώνεται σταδιακά η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών που επενδύουν στην ποιότητα
της διδασκαλίας και στην πραγματική πρόοδο των μαθητών τους θα βρεθούν αντιμέτωπα με συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, οι οποίες ενδέχεται να απειλήσουν ακόμη και τη βιωσιμότητά τους.
Για εμάς, επομένως, το ζήτημα δεν είναι απλώς θεσμικό ή επαγγελματικό. Είναι ζήτημα αρχών, αξιοκρατίας, δημόσιου συμφέροντος και, ταυτόχρονα, επαγγελματικής επιβίωσης. Γι’ αυτό και η θέση μας είναι απολύτως ξεκάθαρη και αδιαπραγμάτευτη: δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την παγίωση πρακτικών που υπονομεύουν τόσο την αξιοπιστία των πιστοποιήσεων όσο και το μέλλον της οργανωμένης ξενόγλωσσης εκπαίδευσης στη χώρα μας.
Σκοπός της επιδιωκόμενης συνάντησης είναι να σας εκθέσουμε αναλυτικά τις ανησυχίες και τις θέσεις μας, να θέσουμε υπόψη σας τα σχετικά στοιχεία και να καταθέσουμε συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου, εποπτείας και διασφάλισης της ποιότητας των διαδικασιών πιστοποίησης.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η αντιμετώπιση ενός τόσο ουσιώδους ζητήματος δεν μπορεί να εξαντλείται σε διαπιστώσεις ή δημόσιες επισημάνσεις. Απαιτεί θεσμικό διάλογο, πολιτική βούληση και, όπου κριθεί αναγκαίο, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που θα θωρακίσουν την αξιοπιστία του συστήματος και θα διασφαλίσουν ότι κάθε αναγνωρισμένος τίτλος γλωσσομάθειας ανταποκρίνεται πράγματι στο επίπεδο γνώσεων που δηλώνει ότι πιστοποιεί.
Η αξία ενός πιστοποιητικού δεν απορρέει απλώς από την επίσημη αναγνώρισή του, αλλά πρωτίστως από την αξιοπιστία της διαδικασίας μέσω της οποίας αποκτάται. Η διαφύλαξη αυτής της αρχής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την προστασία της αξιοκρατίας, της εκπαιδευτικής ποιότητας και, εν τέλει, του ίδιου του κύρους της Πολιτείας.
Με δεδομένη τη σοβαρότητα και τις ευρύτερες προεκτάσεις του ζητήματος, παρακαλούμε να ανταποκριθείτε στο αίτημά μας για τον ορισμό συνάντησης σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ευελπιστούμε στην προσωπική σας ανταπόκριση και στην έναρξη ενός ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου, με κοινό στόχο τη διαφύλαξη της εγκυρότητας, της διαφάνειας και της αξιοπιστίας του συστήματος πιστοποίησης γλωσσομάθειας στη χώρα μας.