30/08/2026
Πότε ένα Τάγμα είναι πράγματι Τάγμα;
Η ιδιαίτερη περίπτωση του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου
Υπό του ΥΜΤ Εμμανουήλ Γερακιού 33°
_________________________________
Εισαγωγή
Η λέξη «Τάγμα» χρησιμοποιείται σήμερα με αξιοσημείωτη ευκολία.
Συναντούμε οργανώσεις, αδελφότητες, εταιρείες, σωματεία και ποικίλες ενώσεις οι οποίες περιλαμβάνουν στην ονομασία τους τον όρο «Τάγμα», ενίοτε μάλιστα συνοδευόμενο από επιβλητικούς προσδιορισμούς, όπως «Ιπποτικό», «Στρατιωτικό», «Κυρίαρχο» ή «Βασιλικό».
Η ονομασία όμως δεν δημιουργεί από μόνη της την ιδιότητα.
Μία ιδιωτική ένωση μπορεί ασφαλώς, στο πλαίσιο της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, να επιλέξει την ονομασία με την οποία επιθυμεί να εμφανίζεται. Ο αυτοπροσδιορισμός της όμως ως «Τάγματος» δεν αρκεί για να της προσδώσει την ιστορική και θεσμική ιδιότητα ενός πραγματικού Τάγματος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσιώδης διάκριση μεταξύ ενός Order και ενός self-styled Order.
Το πρώτο αντλεί την ιδιότητά του από την πηγή που είχε την εξουσία να του την απονείμει.
Το δεύτερο αυτοαποκαλείται Τάγμα.
Το fons honorum
Στην ιστορία των Ταγμάτων καθοριστική είναι η έννοια του fons honorum, της «πηγής των τιμών».
Κατά την κλασική θεωρία των Ταγμάτων, η εξουσία δημιουργίας ενός πραγματικού Τάγματος αποτελεί έκφανση της κυριαρχικής εξουσίας. Ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να δημιουργεί Τάγματα και διακρίσεις, μέσω του αρμοδίου κατά το πολίτευμά του οργάνου. Στις μοναρχίες η εξουσία αυτή συνδεόταν ιστορικά με τον Ηγεμόνα, (Sovereign) ο οποίος αποτελούσε το fons honorum.
Η International Commission for Orders of Chivalry διατυπώνει ως θεμελιώδη αρχή ότι κάθε ανεξάρτητο κράτος έχει το δικαίωμα να δημιουργεί τα δικά του Τάγματα και διακρίσεις. Στην ίδια θεωρητική παράδοση εντάσσονται τα ιστορικά Δυναστικά Τάγματα, τα οποία ανάγουν την προέλευσή τους σε κυρίαρχους Οίκους.
Το κρίσιμο στοιχείο επομένως δεν είναι η λέξη που επέλεξε μία οργάνωση για τον εαυτό της.
Είναι η πηγή από την οποία προέρχεται η ιδιότητα του Τάγματος.
Και αυτή ακριβώς η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζεται ο Αρχαίος και Αποδεδεγμένος Σκωτικός Τύπος.
Το Βασιλικό και Στρατιωτικό Τάγμα του 1786
Για να γίνει κατανοητή η ιδιαίτερη φύση του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου, πρέπει προηγουμένως να διευκρινισθεί τι ακριβώς είναι τα Μεγάλα Συντάγματα του 1786 και από ποιον προέρχονται.
Τα Μεγάλα Συντάγματα του 1786 αποτελούν τον θεμελιώδη Καταστατικό Χάρτη και ιδρυτική πράξη του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου. Εκδόθηκαν και υπεγράφησαν από τον Φρειδερίκο Β΄ τον Μέγα, Βασιλέα της Πρωσίας, ο οποίος κατά τον χρόνο της εκδόσεώς τους ήταν εν ενεργεία Κυρίαρχος ευρωπαϊκού κράτους και, συνεπώς, φορέας του fons honorum, δηλαδή της κυριαρχικής εξουσίας δημιουργίας Ταγμάτων και απονομής τιμών.
Η διευκρίνιση αυτή είναι ουσιώδης.
Τα Μεγάλα Συντάγματα δεν αποτελούν ένα κείμενο που συνέταξε μεταγενέστερα κάποια τεκτονική διοίκηση για να ρυθμίσει τις εσωτερικές της σχέσεις. Δεν αποτελούν απόφαση ενός Υπάτου Συμβουλίου ούτε προϊόν συμφωνίας μεταξύ επιμέρους τεκτονικών σωμάτων. Αποτελούν την πράξη με την οποία ο ίδιος ο Κυρίαρχος, μονομερώς, καθορίζει τη φύση, τη δομή, τους βαθμούς, τη διοίκηση και τη μελλοντική συνέχεια του θεσμού που οργανώνει.
Και ακριβώς μέσα σε αυτή την ιδρυτική πράξη ο Φρειδερίκος Β΄ προσδιορίζει τον θεσμό ως:
«Ordre Royal et Militaire de l’Art Libre de tailler la pierre»
δηλαδή:
«Βασιλικό και Στρατιωτικό Τάγμα της Ελευθέρας Τέχνης της Λαξεύσεως της Πέτρας». (κοινώς του Ελευθεροτεκτονισμού).
Επομένως η χρήση της λέξεως Τάγμα δεν αποτελεί μεταγενέστερο αυτοπροσδιορισμό του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου.
Δεν είναι μία ονομασία την οποία επέλεξαν τα μέλη του για να προσδώσουν κύρος στην οργάνωσή τους.
Δεν είναι ένας συμβολικός ή τελετουργικός τίτλος.
Η ταγματική ιδιότητα βρίσκεται στην ίδια την ιδρυτική πράξη και αποδίδεται από το πρόσωπο το οποίο είχε, κατά τον χρόνο εκείνο, την κυριαρχική εξουσία να δημιουργήσει Τάγμα.
Το στοιχείο αυτό γίνεται ακόμη ισχυρότερο από τον τρόπο με τον οποίο ο Φρειδερίκος Β΄ εμφανίζεται και ενεργεί μέσα στα ίδια τα Συντάγματα.
Δεν υπογράφει ως ιδιώτης.
Δεν υπογράφει απλώς ως Τέκτων.
Δεν εμφανίζεται μόνον ως Μέγας Διδάσκαλος κάποιας τεκτονικής οργανώσεως.
Ενεργεί και υπογράφει με την κυριαρχική και βασιλική του ιδιότητα, ως Βασιλεύς της Πρωσίας.
Αυτό έχει αποφασιστική σημασία για τη νομικοθεσμική φύση της πράξεως. Εκείνος που χαρακτηρίζει το δημιούργημά του «Βασιλικό και Στρατιωτικό Τάγμα» είναι συγχρόνως εκείνος που, ως Κυρίαρχος, διαθέτει το fons honorum για να δημιουργήσει ένα τέτοιο Τάγμα.
Τα Μεγάλα Συντάγματα προχωρούν μάλιστα ακόμη περισσότερο. Δεν περιορίζονται στον χαρακτηρισμό του θεσμού ως «Βασιλικού και Στρατιωτικού Τάγματος», αλλά διακηρύσσουν τη συνένωση των υφιστάμενων Σκωτικών συστημάτων:
«maintenant et à jamais réunis en un seul Ordre»
δηλαδή:
«από τώρα και για πάντα ενωμένων σε ένα και μόνο Τάγμα».
Το ενιαίο αυτό Τάγμα λαμβάνει την ονομασία Αρχαίος και Αποδεδεγμένος Σκωτικός Τύπος.
Η διατύπωση αυτή έχει διπλή σημασία.
Πρώτον, ο Φρειδερίκος δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς τη θεσμική φύση εκείνου που οργανώνει. Πρόκειται για ένα Τάγμα.
Δεύτερον, δεν το συγκροτεί ως προσωρινή ένωση συνδεδεμένη με το πρόσωπο ή τη διάρκεια της ζωής του. Η έκφραση «maintenant et à jamais», «από τώρα και για πάντα», εκφράζει ρητώς τη βούληση δημιουργίας ενός διαρκούς θεσμού.
Συνεπώς η ταγματική ιδιότητα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου δεν αποτελεί συμπέρασμα που συνάγουμε από τα σύμβολά του, τα ξίφη, τις περιβολές, τους τίτλους των αξιωματικών ή τη γενικότερη ιπποτική μορφολογία των Φιλοσοφικών βαθμών.
Αποτελεί ρητή ιδρυτική ιδιότητα, απονεμηθείσα από τον ίδιο τον Φρειδερίκο Β΄ τον Μέγα, Βασιλέα της Πρωσίας, μέσα στον θεμελιώδη Καταστατικό Χάρτη που ο ίδιος εξέδωσε και υπέγραψε το 1786. Μία πράξη που δεν μπορούσαν να μεταβάλουν οι μεταγενέστεροι Μεγάλοι Ταξιάρχες.
Υπάρχει εδώ και μία δεύτερη διάσταση, ιδιαίτερα σημαντική από νομικής απόψεως.
Τα Μεγάλα Συντάγματα δεν αποτελούν σύμβαση μεταξύ του Βασιλέως και των μελλοντικών διοικητών του Τάγματος. Αποτελούν μονομερή ιδρυτική και οργανωτική πράξη του Κυριάρχου Ηγεμόνος.
Επομένως οι μεταγενέστεροι Ύπατοι Μεγάλοι Ταξιάρχες του Τάγματος δεν μπορούσαν, με μόνη τη δική τους βούληση, να ανατρέψουν την ιστορική πράξη από την οποία το ίδιο το Τάγμα αντλεί την υπόστασή του.
Άλλο πράγμα είναι η δυνατότητα θεσπίσεως εσωτερικών κανονισμών και προσαρμογής της διοικήσεως στις ανάγκες κάθε εποχής και άλλο η αναδρομική αλλοίωση της ιδρυτικής φύσεως του θεσμού.
Η ιδιότητα που ο ιδρυτής προσέδωσε στο δημιούργημά του δεν μπορούσε να εξαφανισθεί επειδή κάποιος μεταγενέστερος διοικητής θα αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει διαφορετική ορολογία.
Αν υπήρχε εξουσία ανακλήσεως ή μεταβολής της ίδιας της βασιλικής ιδρυτικής πράξεως, αυτή θα έπρεπε να αναζητηθεί πρωτίστως στον ίδιο τον Κυρίαρχο που την εξέδωσε ή στην κατά νόμο διάδοχη κυριαρχική αρχή.
Και εδώ παρουσιάζεται ένα αξιοσημείωτο ιστορικό δεδομένο.
Από το 1786 μέχρι την κατάλυση της πρωσικής μοναρχίας υπό τον Γουλιέλμο Β΄ το 1918, δεν προκύπτει βασιλική πράξη ανακλήσεως των Μεγάλων Συνταγμάτων του 1786 ή άρνηση της ταγματικής ιδιότητας που αυτά αποδίδουν στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο.
Το ίδιο ισχύει, ως ιστορικό δεδομένο, και μετά την κατάλυση της μοναρχίας. Ο Οίκος των Hohenzollern εξακολούθησε να υπάρχει ως πρώην Βασιλικός Οίκος της Πρωσίας, χωρίς να προκύπτει από τους μεταγενέστερους αρχηγούς του πράξη ανακλήσεως ή αποκηρύξεως του συγκεκριμένου συνταγματικού κειμένου.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι οι σημερινοί Πρίγκιπες της Πρωσίας ασκούν την παλαιά κρατική κυριαρχία. Σημαίνει όμως κάτι διαφορετικό και ιστορικά σημαντικό: δεν εμφανίζεται από την ίδια τη δυναστική πηγή κάποια πράξη που να ανατρέπει την ιδρυτική βούληση του 1786.
Η αναγνώριση των Συνταγμάτων στην Ελληνική έννομη τάξη
Η ελληνική περίπτωση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στην Ελλάδα τα Μεγάλα Συντάγματα δεν αντιμετωπίσθηκαν απλώς ως ιστορικό τεκτονικό κείμενο.
Στο πλαίσιο των δικαστικών διαφορών που αφορούσαν το Ύπατο Συμβούλιο και την εσωτερική του νομιμότητα, η ελληνική νομολογία έχει λάβει υπόψη το πλέγμα των καταστατικών κειμένων που διέπουν τη λειτουργία του, δηλαδή τα Μεγάλα Συντάγματα, τον Γενικό Κανονισμό και τον Ειδικό Κανονισμό.
Η σημασία του γεγονότος αυτού πρέπει να αποδίδεται με ακρίβεια.
Τα Ελληνικά δικαστήρια δεν δημιουργούν την ταγματική ιδιότητα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου. Ούτε θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αναδρομικά ένα Τάγμα του 1786.
Αναγνωρίζουν όμως, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξεως, ότι τα ιστορικά αυτά κείμενα αποτελούν μέρος του κανονιστικού πλαισίου βάσει του οποίου κρίνεται η εσωτερική νομιμότητα και συνέχεια του Υπάτου Συμβουλίου.
Η σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου αξίζει, σε ειδικότερη μελέτη, να παρατεθεί αναλυτικά κατ’ αριθμό αποφάσεως και κρίσιμη σκέψη.
Ο ίδιος ο Φρειδερίκος μας παρέχει το καλύτερο μέτρο συγκρίσεως
Υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό παράδειγμα, το οποίο δείχνει γιατί δεν πρέπει να συγχέουμε την ίδρυση μιας τεκτονικής οργανώσεως από έναν Βασιλέα με την ίδρυση ενός Τάγματος.
Ο ίδιος ο Φρειδερίκος Β΄ συνδέεται με την ίδρυση, το 1740, της περίφημης Στοάς «Zu den drei Weltkugeln», των «Τριών Υδρογείων Σφαιρών», η οποία εξελίχθηκε αργότερα σε μία από τις μεγάλες πρωσικές τεκτονικές δυνάμεις.
Τι δημιούργησε όμως εκεί ο Βασιλεύς;
Μία Στοά.
Δεν την ανακήρυξε Τάγμα.
Δεν την ονόμασε Βασιλικό και Στρατιωτικό Τάγμα.
Δεν χρησιμοποίησε την ιδιότητά του ως fons honorum για να της προσδώσει ταγματική υπόσταση.
Αυτό είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό.
Ο ίδιος άνθρωπος, ο ίδιος Βασιλεύς, μπορούσε να ιδρύσει ή να υποστηρίξει μία Στοά και να την αποκαλέσει Στοά. Όταν όμως το 1786 συγκροτεί το άλλο θεσμικό οικοδόμημα, χρησιμοποιεί διαφορετική και απολύτως συγκεκριμένη ορολογία:
Ordre Royal et Militaire.
Η διαφορετική λέξη εκφράζει διαφορετική θεσμική βούληση.
Οι άλλες περιπτώσεις βασιλέων και Τεκτονισμού
Η ιστορία του Τεκτονισμού είναι γεμάτη μονάρχες.
Βασιλείς και πρίγκιπες έγιναν Τέκτονες, Μεγάλοι Διδάσκαλοι, προστάτες Μεγάλων Στοών ή πρωταγωνίστησαν στην αναδιοργάνωση τεκτονικών συστημάτων.
Ο Φρειδερίκος Ζ΄ της Δανίας διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην οργάνωση της δανικής Τεκτονικής και στην καθιέρωση του Σουηδικού συστήματος.
Ο μετέπειτα Κάρολος ΙΓ΄ της Σουηδίας υπήρξε κεντρική προσωπικότητα στη διαμόρφωση του Σουηδικού Τύπου. Όταν όμως ως Βασιλεύς άσκησε πραγματικά το fons honorum του, δημιούργησε το 1811 ένα χωριστό Βασιλικό Τάγμα, το Τάγμα του Καρόλου ΙΓ΄, το οποίο συνδέεται στενά με Τέκτονες, χωρίς όμως να αποτελεί τον ίδιο τον Σουηδικό Τεκτονικό Τύπο.
Στη Γαλλία και στα ναπολεόντεια βασίλεια συναντούμε τον Joseph Bonaparte, τον Jérôme Bonaparte, τον Joachim Murat και άλλους ηγεμόνες να βρίσκονται στην κορυφή τεκτονικών οργανώσεων ή να παρεμβαίνουν στην οργάνωσή τους.
Στη Μεγάλη Βρετανία μέλη της Βασιλικής Οικογένειας διετέλεσαν Μεγάλοι Διδάσκαλοι ή Προστάτες της Τεκτονικής.
Τίποτε από αυτά όμως δεν αρκεί.
Βασιλεύς + Τεκτονισμός δεν σημαίνει Τάγμα.
Για να δημιουργηθεί Τάγμα πρέπει να υπάρχει η σχετική ιδρυτική βούληση.
Από τη μέχρι σήμερα συγκριτική έρευνα δεν έχει εντοπισθεί άλλη τεκτονική δύναμη της οποίας η συστατική πράξη, προερχόμενη από εν ενεργεία Κυρίαρχο, να χαρακτηρίζει ρητώς την ίδια την τεκτονική οντότητα ως Βασιλικό και Στρατιωτικό Τάγμα.
Αυτό είναι το σημείο που διαφοροποιεί τον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο.
Γιατί οι Συμβολικές Στοές δεν είναι Τάγματα
Η διάκριση αυτή δεν είναι μόνον ιστορική. Είναι και δομική.
Η Συμβολική Στοά συγκροτεί αδελφότητα. Η φύση, η οργάνωση και η φιλοσοφία της δεν προϋποθέτουν ταγματική υπόσταση.
Το ίδιο ισχύει για μία Μεγάλη Στοά. Αποτελεί τεκτονική διοικητική αρχή Στοών. Η ύπαρξη Μεγάλου Διδασκάλου, αξιωματικών, τυπικών και βαθμών δεν την μετατρέπει σε Τάγμα.
Για τον λόγο αυτό δεν έχει εντοπισθεί Συμβολική Μεγάλη Στοά η οποία να απέκτησε ταγματική ιδιότητα απλώς και μόνο επειδή ιδρύθηκε, προστατεύθηκε ή διοικήθηκε από Βασιλέα.
Υπάρχει όμως μία ιδιότυπη εξαίρεση.
Οι τρεις πρώτοι βαθμοί του ΑΑΣΤ
Ο Αρχαίος και Αποδεδεγμένος Σκωτικός Τύπος αποτελεί ολοκληρωμένο σύστημα τριάντα τριών βαθμών.
Επομένως οι τρεις πρώτοι βαθμοί του Συμβολικού Τεκτονισμού δεν βρίσκονται εκτός του συστήματος. Αποτελούν τους τρεις πρώτους βαθμούς του.
Και εφόσον ολόκληρο το σύστημα συγκροτείται από την ιδρυτική πράξη του 1786 ως ένα ενιαίο Τάγμα, οι τρεις πρώτοι βαθμοί, όταν τελούνται ως βαθμοί του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου, συμμετέχουν στην ταγματική υπόσταση του συνολικού συστήματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε βαθμός Μαθητού, Εταίρου ή Διδασκάλου, οπουδήποτε στον κόσμο και υπό οποιαδήποτε τεκτονική δικαιοδοσία, αποκτά ταγματική φύση.
Σημαίνει το ακριβώς αντίθετο:
η ταγματική ιδιότητα δεν προέρχεται από τον βαθμό. Προέρχεται από το Τάγμα μέσα στο οποίο ο βαθμός αποτελεί οργανικό μέρος.
Επομένως, οι τρεις πρώτοι βαθμοί μιας ανεξάρτητης Συμβολικής Μεγάλης Στοάς δεν έχουν για τον λόγο αυτό ταγματική ιδιότητα.
Η χαρακτηριστική Ελληνική περίπτωση
Η ελληνική τεκτονική παράδοση διασώζει ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό γλωσσικό κατάλοιπο αυτής της διακρίσεως.
Όσο η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος βρισκόταν υπό έντονη επίδραση των Τυπικών του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου, στο Τυπικό του πρώτου βαθμού υπήρχε η φράση:
«Έχετε να προτείνετε τι υπέρ του Τάγματος εν γένει ή της Σεπτής Στοάς ημών ιδιαιτέρως;»
Η λέξη «Τάγμα» είχε παραμείνει από ένα σύστημα στο οποίο πράγματι είχε συγκεκριμένο θεσμικό νόημα.
Η ανακολουθία αυτή έγινε αντιληπτή επί Μεγάλου Διδασκάλου, του αειμνήστου και Ενδοξοτάτου Αδελφού Σάββα Βαφειάδη.
Με απόφασή του και σχετική εγκύκλιο τροποποιήθηκε το συγκεκριμένο σημείο του Τυπικού. Η λέξη «Τάγμα» απαλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από την ορθότερη, για τη Συμβολική Τεκτονική οργάνωση, λέξη «Αδελφότης»:
«Έχετε να προτείνετε τι υπέρ της Αδελφότητος εν γένει ή της Σεπτής Στοάς ημών ιδιαιτέρως;»
Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς φιλολογική.
Αποτυπώνει με εξαιρετική ακρίβεια τη θεσμική διάκριση που εξετάζουμε.
Άλλο Αδελφότητα. Άλλο Στοά. Άλλο Τεκτονικός Τύπος. Και άλλο Τάγμα.
Η μεταβίβαση της διοικήσεως μετά τον Φρειδερίκο
Ο Φρειδερίκος Β΄ δεν άφησε το Τάγμα χωρίς μηχανισμό συνεχίσεως μετά τον θάνατό του.
Τα ίδια τα Μεγάλα Συντάγματα προβλέπουν τη συνέχεια της ανώτατης διοικητικής εξουσίας και τη συγκρότηση των Υπάτων Συμβουλίων.
Έτσι η διάρκεια του Τάγματος δεν εξαρτάται από τη φυσική ζωή του ιδρυτή του.
Αυτό άλλωστε θα αντέβαινε στην ίδια τη ρητή διατύπωση:
«maintenant et à jamais» — «από τώρα και για πάντα».
Μετά τον θάνατο του Φρειδερίκου, η ανώτατη διοικητική εξουσία του Τάγματος ασκείται κατά τα Συντάγματα μέσω των Υπάτων Μεγάλων Ταξιαρχών δια κάθε χώρα στην οποία δημιουργείται Ύπατο Συμβούλιο του ΑΑΣΤ.
Δεν δημιουργείται λοιπόν κάθε φορά ένα νέο Τάγμα.
Συνεχίζεται το ήδη ιδρυθέν.
Αυτό είναι θεμελιώδες.
Ο εκάστοτε Ύπατος Μέγας Ταξιάρχης δεν αποτελεί ιδρυτή του Τάγματος. Είναι ο κατά τα Συντάγματα επικεφαλής της διοικήσεως ενός Τάγματος του οποίου η ιδρυτική πηγή ανάγεται στο 1786.
Η Ελλάδα και η συνέχεια από το 1872
Για την Ελλάδα η θεσμική αυτή αλυσίδα αποκτά συγκεκριμένη ιστορική μορφή το 1872.
Τότε ιδρύθηκε το Ύπατο Συμβούλιο για την Ελλάδα υπό τον Πρίγκιπα Δημήτριο Ροδοκανάκη, 33°, στο πλαίσιο της διεθνούς οργανώσεως του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου.
Από εκείνο το χρονικό σημείο η ελληνική δικαιοδοσία ασκεί την εξουσία του Τάγματος που απορρέει από τα Μεγάλα Συντάγματα.
Η εξουσία αυτή δεν αποτελεί νέο ελληνικό δημιούργημα του 1872.
Ούτε ο Ροδοκανάκης δημιούργησε νέο Τάγμα.
Απέκτησε, για την ελληνική δικαιοδοσία, τη διοίκηση και την εκπροσώπηση του ήδη υφισταμένου Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου.
Μέσω της αδιάλειπτης διαδοχής των Υπάτων Μεγάλων Ταξιαρχών η διοίκηση αυτή φθάνει μέχρι σήμερα, υπό τον Ύπατο Μεγάλο Ταξιάρχη Εμμανουήλ Γερακιό, 33°.
Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε δύο ημερομηνίες που δεν πρέπει να συγχέονται:
1786: η θεμελιώδης βασιλική και συνταγματική πηγή του Τάγματος.
1872: η εγκαθίδρυση της κανονικής διοικήσεως του Τάγματος στην ελληνική δικαιοδοσία.
Τάγμα ή self-styled Order;
Επιστρέφουμε έτσι στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε.
Δεν είναι Τάγμα κάθε οργανισμός που χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη.
Δεν αρκεί να δημιουργήσει κανείς ένα σωματείο και να το ονομάσει «Τάγμα».
Δεν αρκεί να χρησιμοποιήσει μανδύες, διάσημα, ξίφη και τίτλους.
Δεν αρκεί να επικαλεσθεί έναν ιστορικό βασιλέα ή ένα μεσαιωνικό ιπποτικό σώμα.
Και, όπως αποδεικνύουν τα ιστορικά παραδείγματα, δεν αρκεί ακόμη και η συμμετοχή ενός πραγματικού Βασιλέως στην ίδρυση μιας οργανώσεως, εάν ο ίδιος ο Βασιλεύς δεν τη συγκρότησε ως Τάγμα.
Το ερώτημα είναι πολύ απλούστερο:
Ποιος το δημιούργησε και τι ακριβώς δημιούργησε;
Στην περίπτωση του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου, με βάση τα Μεγάλα Συντάγματα του 1786, οι δύο απαντήσεις συμπίπτουν με εξαιρετική σαφήνεια.
Το δημιούργησε ένας εν ενεργεία Κυρίαρχος, ο Φρειδερίκος Β΄, Βασιλεύς της Πρωσίας, φορέας του fons honorum.
Και το δημιούργημά του προσδιορίζεται ρητώς:
Ordre Royal et Militaire.
Βασιλικό και Στρατιωτικό Τάγμα.
Από τη συγκριτική εξέταση που πραγματοποιήθηκε δεν εντοπίσθηκε μέχρι σήμερα άλλη τεκτονική δύναμη η οποία να συγκεντρώνει τα ίδια ακριβώς συστατικά στοιχεία: να έχει δηλαδή ως θεμελιώδη πηγή της πράξη εν ενεργεία Κυριάρχου, ο οποίος, ασκώντας την κυριαρχική του εξουσία, προσδιορίζει ρητώς το τεκτονικό δημιούργημα ως Τάγμα.
Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά.
Και γι’ αυτό ο όρος Τάγμα, όταν χρησιμοποιείται για τον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο, δεν αποτελεί αυτοπροσδιορισμό.
Αποτελεί ιδρυτική ιδιότητα.
Μία ιδιότητα που δεν γεννήθηκε από τη βούληση των μελών του Τάγματος να ονομασθούν έτσι, αλλά από τη βούληση εκείνου ο οποίος, ως Κυρίαρχος Βασιλεύς και fons honorum, είχε την εξουσία να την απονείμει.
Και αυτή ακριβώς είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ενός ιστορικά θεμελιωμένου Τάγματος και ενός self-styled Order.
Η αναγνώριση των Συνταγμάτων στην ελληνική έννομη τάξη
Η ελληνική περίπτωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι τα Μεγάλα Συντάγματα δεν αντιμετωπίσθηκαν από την ελληνική έννομη τάξη απλώς ως ιστορικό ή τελετουργικό κείμενο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η υπ’ αριθ. 590/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, Α1΄ Πολιτικού Τμήματος.
Στην απόφαση αυτή ο Άρειος Πάγος, εξετάζοντας τη νομική φύση και το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του Μεγάλου Συμβουλίου και του Υπάτου Συμβουλίου του 33ου βαθμού για την Ελλάδα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου, δέχεται ότι οι σχέσεις που δημιουργούνται στο εσωτερικό τους διέπονται πρωτίστως από το καταστατικό τους πλαίσιο.
Και προσδιορίζει ρητώς ότι το καταστατικό αυτό πλαίσιο αποτελείται, μεταξύ άλλων, από:
α) τα Μεγάλα Συντάγματα του 1762 και του 1786 και�β) τον Γενικό Κανονισμό του Υπάτου Συμβουλίου του 33ου βαθμού για την Ελλάδα.
Η σχετική κρίση περιλαμβάνεται στην ΑΠ 590/2015, σελ. 5.
Η σημασία της αποφάσεως είναι ιδιαίτερη.
Ο Άρειος Πάγος δεν αντιμετωπίζει τα Μεγάλα Συντάγματα του 1786 ως ένα απλό ιστορικό τεκμήριο ούτε ως ένα κείμενο τελετουργικής παραδόσεως. Τα εντάσσει στο ίδιο το καταστατικό κανονιστικό πλαίσιο της τεκτονικής ενώσεως.
Ασφαλώς η ελληνική δικαιοσύνη δεν δημιουργεί με την απόφαση αυτή την ταγματική ιδιότητα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου. Η ιδιότητα αυτή, κατά τα ίδια τα Μεγάλα Συντάγματα, προέρχεται από την ιδρυτική πράξη του 1786 και από τη βούληση του Φρειδερίκου Β΄.
Η νομολογιακή σημασία είναι διαφορετική και εξίσου ουσιώδης:
Η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει τα Μεγάλα Συντάγματα του 1786 ως μέρος του καταστατικού δικαίου βάσει του οποίου κρίνεται η οργάνωση, η λειτουργία και η εσωτερική νομιμότητα του Υπάτου Συμβουλίου.
Η διάκριση αυτή πρέπει να διατηρηθεί με ακρίβεια.
Άλλο η πηγή της ταγματικής ιδιότητας, η οποία βρίσκεται στην πράξη του 1786.
Και άλλο η αναγνώριση της κανονιστικής λειτουργίας του κειμένου από την ελληνική έννομη τάξη, την οποία επιβεβαιώνει η ΑΠ 590/2015.
Η απόφαση αυτή έχει επομένως ιδιαίτερη αποδεικτική αξία για την ελληνική περίπτωση, διότι καταδεικνύει ότι τα Μεγάλα Συντάγματα δεν αποτελούν νεκρό ιστορικό κείμενο, αλλά εξακολουθούν να λειτουργούν ως θεμελιώδης καταστατική πηγή του Υπάτου Συμβουλίου.
Βιβλιογραφία
Α. Πρωτογενείς πηγές
Grandes Constitutions de 1786, Μεγάλα Συντάγματα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου, Βερολίνο, 1 Μαΐου 1786.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διατυπώσεις:
«Ordre Royal et Militaire de l’Art Libre de tailler la pierre»,
καθώς και:
«maintenant et à jamais réunis en un seul Ordre»,
με τις οποίες προσδιορίζεται η ταγματική φύση του θεσμού και η διαρκής ένωση των Σκωτικών συστημάτων σε ένα ενιαίο Τάγμα.
Constitutions and Regulations of 1762, ως προγενέστερο θεμελιώδες κανονιστικό κείμενο της εξελίξεως του Σκωτικού συστήματος.
Άρειος Πάγος, Α1΄ Πολιτικό Τμήμα, απόφαση 590/2015, ιδίως σελ. 5, όπου γίνεται δεκτό ότι το καταστατικό πλαίσιο αποτελείται από τα Μεγάλα Συντάγματα του 1762 και του 1786 και τον Γενικό Κανονισμό του Υπάτου Συμβουλίου.
Γενικός Κανονισμός του Υπάτου Συμβουλίου του 33ου βαθμού για την Ελλάδα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου.
Ειδικός Κανονισμός του Υπάτου Συμβουλίου του 33ου βαθμού για την Ελλάδα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου.
Β. Περί fons honorum και Ταγμάτων
Cox, Noel, “The Principles of International Law Governing the Sovereign Authority for the Creation and Administration of Orders of Chivalry”, στο Rory Stanley (ed.), Féil-Scríbhinn Liam Mhic Alasdair – Essays Presented to Liam Mac Alasdair, Genealogical Society of Ireland, Dublin, 2009, σ. 15–25.
Η μελέτη είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη για τη θεμελίωση της έννοιας της κυρίαρχης εξουσίας δημιουργίας Ταγμάτων και για τη διάκριση μεταξύ νόμιμης πηγής τιμών και ιδιωτικών ή αυτοπροσδιοριζόμενων Ταγμάτων.
Cox, Noel, “The Sovereign Authority for the Creation of Orders of Chivalry”, Arma, Journal of the Heraldry Society of Southern Africa, vol. 5, no. 2, 1999–2000, σ. 317–329.
Cardinale, Hyginus Eugene, Orders of Knighthood, Awards and the Holy See, 3rd ed., Van Duren, Gerrards Cross, 1985.
Πρόκειται για κλασική μελέτη περί κρατικών, δυναστικών και παπικών Ταγμάτων, με ιδιαίτερη αναφορά και στο ζήτημα των λεγόμενων self-styled orders.
Ba**er van Duren, Peter, Orders of Knighthood and of Merit: The Pontifical, Religious and Secularised Catholic-founded Orders and Their Relationship to the Apostolic See, Colin Smythe, Gerrards Cross, 1995.
Εκτενής ιστορική και θεσμική μελέτη περί των Ταγμάτων, των κρατικών και δυναστικών πηγών τους και της σχέσεώς τους με την Αγία Έδρα.
Sainty, Guy Stair – Heydel-Mankoo, Rafal (eds.), World Orders of Knighthood and Merit, 2 vols., Burke’s Peerage & Gentry, 2006.
Μνημειώδες έργο αναφοράς για τα ιστορικά και σύγχρονα κρατικά, δυναστικά, ιπποτικά και αξιοκρατικά Τάγματα.
Γ. Ιστορία των ευρωπαϊκών Ταγμάτων
Boulton, D’Arcy Jonathan Dacre, The Knights of the Crown: The Monarchical Orders of Knighthood in Later Medieval Europe, 1325–1520, 2nd ed., Boydell Press, Woodbridge, 2000.
Το έργο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για την ιστορική εξέλιξη των μοναρχικών Ταγμάτων και για τη σχέση μεταξύ Κυριάρχου, θεσμικής ιδρύσεως και ταγματικής οργανώσεως.
Δ. Θεσμικά κείμενα περί αναγνωρίσεως Ταγμάτων
International Commission for Orders of Chivalry, Principles Involved in Assessing the Validity of Orders of Chivalry.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αρχή ότι κάθε ανεξάρτητο κράτος διαθέτει το δικαίωμα δημιουργίας Ταγμάτων και διακρίσεων και η σύνδεση της εγκυρότητας ενός Τάγματος με το νόμιμο fons honorum.
Η πηγή πρέπει πάντως να χρησιμοποιείται ως σημαντική εραλδική και ιπποτική αυθεντία και όχι ως διεθνές δικαστήριο ή διακρατικό νομοθετικό όργανο.
Secretariat of State of the Holy See, Clarification concerning Orders of Knighthood, 16 October 2012.
Η ανακοίνωση της Αγίας Έδρας είναι χρήσιμη κυρίως για τη διάκριση μεταξύ αναγνωρισμένων Ταγμάτων και οργανώσεων που χρησιμοποιούν ιστορικές ή ιπποτικές ονομασίες χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση.
Ε. Τεκτονική ιστορία και Αρχαίος και Αποδεδεγμένος Σκωτικός Τύπος
Pike, Albert, A Historical Inquiry in Regard to the Grand Constitutions of 1786, Washington, D.C., 1872, μεταγενέστερη έκδοση 1883.
de Hoyos, Arturo, The Scottish Rite Ritual Monitor and Guide, 2nd ed., Supreme Council, 33°, Southern Jurisdiction, Washington, D.C., 2009.
Χρήσιμο έργο για την ιστορική εξέλιξη του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου, τα πρώιμα κανονιστικά του κείμενα και τη θέση των Μεγάλων Συνταγμάτων στην εσωτερική παράδοση του Τύπου.
Supreme Council, 33°, Southern Jurisdiction, U.S.A., επίσημο ιστορικό υλικό περί της δημιουργίας και εξελίξεως του Ancient and Accepted Scottish Rite και των Grand Constitutions of 1786.
ΣΤ. Συγκριτική τεκτονική ιστορία
Για τη σύγκριση του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου με άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες μονάρχες συνδέθηκαν με τεκτονικές οργανώσεις, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες ιστορικές πηγές:
της Große National-Mutterloge „Zu den drei Weltkugeln“, για τη σχέση της με τον Φρειδερίκο Β΄,
της Danish Order of Freemasons, για τον ρόλο του Βασιλέως Φρειδερίκου Ζ΄,
της Swedish Order of Freemasons, για τη διαμόρφωση του Σουηδικού συστήματος,
και του Βασιλικού Οίκου της Σουηδίας, για το Τάγμα του Καρόλου ΙΓ΄.
Οι περιπτώσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη συγκριτική αξία, ακριβώς επειδή αποδεικνύουν ότι η συμμετοχή ή ακόμη και η ιδρυτική δραστηριότητα ενός μονάρχη στον Τεκτονισμό δεν αρκεί για να δημιουργήσει Τάγμα.
Το αποφασιστικό στοιχείο παραμένει η ρητή βούληση του Κυριάρχου να δημιουργήσει Τάγμα και η αντίστοιχη διατύπωση στην ιδρυτική πράξη.
Επιμύθιο
Από τη μέχρι σήμερα έρευνα, τέτοια σύμπτωση κυρίαρχου fons honorum, τεκτονικής ιδρυτικής πράξεως και ρητού χαρακτηρισμού της ίδιας της οργανώσεως ως “Ordre Royal et Militaire” δεν έχει εντοπισθεί σε άλλη τεκτονική δύναμη πέραν του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου.
Είπον.