10/06/2026
Ο αγώνας των σχολείων της διασποράς!
Η Καθημερινή 10 Ιουν. 2026
Στην Μεγάλη Βρετανία λειτουργούν σήμερα περίπου 40 ελληνόγλωσσα σχολεία. Με αφορμή την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου, οι μαθητές της Α΄ Δημοτικού στο Ελληνικό Σχολείο Στοκχόλμης κατασκεύασαν την δική τους Ελληνική Σημαία. Παρά τα προβλήματα, η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες διαφύλαξης της Ελληνικής Γλώσσας και της πολιτιστικής ταυτότητας των Ελλήνων της διασποράς.
Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες διαφύλαξης της Ελληνικής Γλώσσας, της ιστορικής μνήμης και της πολιτιστικής ταυτότητας των Ελλήνων της διασποράς.
Πόσο ισχυρός, όμως, μπορεί να παραμείνει αυτός ο πυλώνας, όταν σοβαρά προβλήματα απειλούν ακόμη και την ίδια την ύπαρξή του;
Από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και μετά, πολλές ελληνικές σχολικές μονάδες στην Ευρώπη βρίσκονται αντιμέτωπες με μεγάλες προκλήσεις. Η σταδιακή μείωση των διαθέσιμων πόρων –έως και κατά 80%– και, κυρίως, η σημαντική έλλειψη εκπαιδευτικών δυσχεραίνουν την εύρυθμη λειτουργία τους. Πώς θα διασωθούν τα παροικιακά σχολεία; Πώς θα συνεχίσουν τα Ελληνόπουλα εκτός συνόρων να μαθαίνουν τα ελληνικά; Πώς θα βοηθηθούν να μην αποκοπούν από τις ρίζες τους;
Όλα αυτά συζητήθηκαν στο συνέδριο Ελληνόγλωσσης Εκπαίδευσης, το οποίο πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες εβδομάδες στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Συμμετείχαν εκπρόσωποι φορέων γονέων από 13 ευρωπαϊκές χώρες –Βέλγιο, Γερμανία, Ελβετία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Λιθουανία, Μεγάλη Βρετανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ουκρανία, Πολωνία και Σουηδία– και περισσότερα από 40 σχολεία, στα οποία φοιτούν περίπου 20.000 μαθητές. Οι συμμετέχοντες επισήμαναν, για ακόμη μία φορά, την ανάγκη ενίσχυσης των προσπαθειών που καταβάλλουν, μαζί με τοπικούς φορείς, για την διατήρηση της Ελληνικής Γλώσσας. Για την πλειονότητα των οικογενειών, άλλωστε, η εκμάθησή της είναι κάτι πολύ πιο ευρύ και πολύτιμο από μία εκπαιδευτική επιλογή: είναι χρέος απέναντι στις επόμενες γενιές.
Το «αγκάθι» του επιμισθίου…
Τα βρετανικά παροικιακά σχολεία εκπροσώπησε ο Ναπολέων Κάτσος, καθηγητής στο Τμήμα Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ· η σύζυγός του είναι επίσης Ελληνίδα και εργάζεται ως λογοθεραπεύτρια σε ειδικό σχολείο. Οι γιοι τους, ο 14χρονος Γιώργος και ο 9χρονος Μιχάλης, φοιτούν στο ελληνικό σχολείο του Αγίου Αθανασίου (παράλληλα με το αγγλικό). «Μας ήταν αδιανόητο να μην τους μιλάμε στην γλώσσα της καρδιάς μας. Και θέλαμε, όταν μεγαλώσουν, να ξέρουν καλά ελληνικά ώστε, αργότερα, να επιλέξουν αν θα κάνουν το ίδιο και στα δικά τους παιδιά», λέει στην «Κ».
Μόλις 750 είναι οι αποσπασμένοι δάσκαλοι και καθηγητές για 7 εκατ. αποδήμους, από 2.000 το 2009, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο Ελληνόγλωσσης Εκπαίδευσης στην Στουτγκάρδη.
Το πάθος και το μεράκι των γονέων για την παιδεία και την πολιτισμική ταυτότητα των παιδιών τους: αυτή είναι η μεγάλη δύναμη των ελληνόγλωσσων σχολείων. Άλλωστε, οι ίδιοι τα ιδρύουν και τα λειτουργούν. Μόνο στην Μεγάλη Βρετανία υπάρχουν περίπου 40. «Το δικό μας, στο Κέμπριτζ, έχει 28 τμήματα με 300 και πλέον μαθητές. Οι γονείς –κυρίως όσοι συμμετέχουν στις σχετικές επιτροπές– είναι υπεύθυνοι για την εξεύρεση χώρων διδασκαλίας, καθώς και πόρων για τους μισθούς των εκπαιδευτικών και τα λοιπά έξοδα, για την παραγγελία και την μεταφορά των σχολικών εγχειριδίων, για το στήσιμο των ηλεκτρονικών υποδομών, για την πρόσληψη των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών, για την οργάνωση των εκδηλώσεων και άλλα πολλά. Δηλαδή, όλα όσα θεωρούνται δεδομένα για τις οικογένειες στην Ελλάδα, γιατί τα παρέχει το Δημόσιο, εδώ τα αναλαμβάνουμε εμείς, εθελοντικά», εξηγεί ο κ. Κάτσος.
Μέχρι το «Brexit» το υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας έστελνε αποσπασμένους εκπαιδευτικούς στα παροικιακά σχολεία της Μεγάλης Βρετανίας. «Δυστυχώς, μετά την αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2020, αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγω της ανάγκης για βίζα: το κατώτατο όριο ετήσιου μισθού για την κατηγορία “Skilled Worker” είναι 41.700 στερλίνες. Ποτέ δεν θα το φθάσει ο μισθός του Έλληνα εκπαιδευτικού, ούτε με επιμίσθιο...». Ακόμη και σε χώρες-μέλη της Ε.Ε., όμως, αυτό το επιμίσθιο δεν προσαρμόζεται στα πραγματικά δεδομένα κάθε χώρας υποδοχής, με αποτέλεσμα οι δάσκαλοι και οι καθηγητές να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος ζωής. Έτσι, ολοένα και λιγότεροι ζητούν σήμερα απόσπαση στο εξωτερικό – κάτι που πριν από μερικές δεκαετίες ήταν πολύ δελεαστικό και από οικονομικής πλευράς.
«Ειδικά τα τελευταία χρόνια ακούμε πολλά για την βαρύτητα που δίνει η πολιτεία στην ομογένεια και, πράγματι, έχουν γίνει βήματα σε άλλους τομείς, όπως η ψήφος των αποδήμων. Στον χώρο των παροικιακών σχολείων, όμως, δεν αντιμετωπίζονται οι καίριες ανάγκες μας. Η Κύπρος όχι μόνο έχει επιλύσει το θέμα της βίζας, αλλά επιπλέον ενισχύει με χρηματοδότηση και αρκετά σχολεία όπως το δικό μας, μολονότι η πλειονότητα των μαθητών έχει ρίζες από την Ελλάδα. Είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό· όπως και στην Εκκλησία, άλλο μεγάλο στήριγμά μας», τονίζει ο Ναπολέων Κάτσος.
Κοινός ο παρονομαστής της αγωνίας για το μέλλον των παροικιακών!
«Όσα θεωρούνται δεδομένα για τις οικογένειες στην Ελλάδα, γιατί τα παρέχει το Δημόσιο, εδώ τα αναλαμβάνουμε εμείς, εθελοντικά», λέει ο Ναπολέων Κάτσος, καθηγητής στο Κέμπριτζ , πατέρας δύο παιδιών.
Ο Κωνσταντίνος Καχριμανίδης, είναι πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Γονέων της Γερμανίας, όπου ζει από το 1990 και εργάζεται στον χώρο της πληροφορικής. Τον ρωτήσαμε πως θα αξιολογούσε την στήριξη της ελληνικής πολιτείας με βαθμό από το 1 έως το 10, και ποιον βαθμό θα έδινε και γιατί; απάντησε: «Με επιείκεια, 5 στα 10. Αναγνωρίζει θεσμικά την σημασία της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό, ωστόσο αυτή η αναγνώριση δεν συνοδεύεται από τους αναγκαίους πόρους και τις αντίστοιχες πολιτικές, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σημαντικά κενά στην πράξη. Οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί (για τα 6-7 εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού) μέχρι το 2009 ήταν περισσότεροι από 2.000. Σήμερα δεν ξεπερνούν τους 750. Υπάρχει, λοιπόν, αναντιστοιχία ανάμεσα στην διακηρυγμένη σημασία του απόδημου Ελληνισμού και στους πόρους που διατίθενται για την διατήρηση της γλωσσικής κληρονομιάς και της πολιτισμικής σύνδεσης των παιδιών μας με την Ελλάδα», επισημαίνει ο κ. Καχριμανίδης.
Ποιες αλλαγές θα ήταν προς την σωστή κατεύθυνση; «Η ενίσχυση των κινήτρων για τις αποσπάσεις, η κάλυψη των κενών μέσω ωρομίσθιων εκπαιδευτικών όπου απαιτείται και η ουσιαστικότερη οικονομική στήριξη των φορέων που οργανώνουν και υποστηρίζουν την ελληνόγλωσση εκπαίδευση. Οι οικογένειές μας αναλαμβάνουν ρόλους που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να καλύπτονται από μία επαρκώς στελεχωμένη και χρηματοδοτούμενη εκπαιδευτική δομή. Παρά ταύτα, το πράττουμε πρόθυμα γιατί αντιλαμβανόμαστε την σημασία της Ελληνικής Γλώσσας για το μέλλον των παιδιών μας και για την ενδυνάμωση της σχέσης τους με την Ελλάδα».
Αναπόσπαστο κομμάτι
Κι αν κάποια στιγμή τα παιδιά τους αποφάσιζαν να μη μιλούν πια την γλώσσα της πατρίδας τους, πώς θα αντιδρούσαν οι συνομιλητές μου; «Θα ήθελα να μη συμβεί αυτό και πιστεύω ότι δεν θα γίνει. Οι γιοι μας όχι μόνο μιλούν ελληνικά, αλλά τραγουδάνε, κάνουν λογοπαίγνια και εφευρίσκουν καθημερινά νέες λέξεις και παραλλαγές λέξεων είτε για να πειράξουν την μητέρα τους και εμένα, είτε για να κάνουν χιούμορ. Ο Μιχάλης μαθαίνει και αρχαία ελληνικά. Είναι ζωντανή η γλώσσα γι’ αυτούς», απαντάει ο Ναπολέων Κάτσος.
«Για την κόρη μου τα ελληνικά δεν είναι κάτι ξένο ή επιβεβλημένο», καταλήγει ο Κωνσταντίνος Καχριμανίδης. «Είναι μέρος της οικογένειας και της καθημερινότητάς της. Την συνδέουν με τους συγγενείς της, με την Ελλάδα και με τις ρίζες της. Φυσικά υπάρχουν στιγμές που τα βλέπει ως μία επιπλέον προσπάθεια, όπως συμβαίνει με όλα τα παιδιά που μεγαλώνουν με δύο γλώσσες, όμως κυριαρχεί το αίσθημα ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς της».
Στην φωτογραφία η Νόνη Μιχαηλίδου με τους μικρούς μαθητές της στο ελληνικό σχολείο του Αγίου Αθανασίου στο Κέμπριτζ, την περασμένη χρονιά.