24/08/2026
Η κοινωνία είναι έτοιμη για λύση - οι κυρίαρχοι θεσμοί είναι ανέτοιμοι
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η κοινωνία είναι όχι απλώς έτοιμη, αλλά πανέτοιμη να κινηθεί προς την κατεύθυνση μιας συμφωνημένης λύσης του Κυπριακού. Εκείνοι που δεν φαίνονται έτοιμοι είναι οι κυρίαρχοι θεσμοί, οι κυβερνώντες και τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που έχουν προσαρμοστεί στη διχοτόμηση και επωφελούνται από τη διαιώνισή της.
Αυτό ακριβώς προκύπτει από την πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημιακού Κέντρου Ερευνών Πεδίου του Πανεπιστημίου Κύπρου, η οποία διεξήχθη τον Ιούλιο του 2026 σε σταθμισμένο δείγμα 824 Ελληνοκυπρίων. Τα ευρήματα καταρρίπτουν τον διαδεδομένο ισχυρισμό ότι «η κοινωνία δεν είναι έτοιμη», ότι «έχει συμβιβαστεί με τη διχοτόμηση» ή ότι «έχει απορρίψει οριστικά την ομοσπονδιακή λύση».
Το 92,4% θεωρεί άδικο το σημερινό στάτους κβο. Επομένως, η απουσία λύσης δεν αντιμετωπίζεται ως μια ουδέτερη, ασφαλής ή αποδεκτή κατάσταση. Αντίθετα, εκλαμβάνεται ως μια βαθιά άδικη και ασταθής πραγματικότητα. Παράλληλα, το 75,3% δηλώνει ότι θα μπορούσε να αποδεχθεί ή τουλάχιστον να ανεχθεί μια λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, ενώ μόλις το 33,3% θα μπορούσε να αποδεχθεί ή να ανεχθεί τη λύση δύο κρατών.
Επιπλέον, το 82,8% επιθυμεί κάποια ενεργή επανεκκίνηση της ειρηνευτικής διαδικασίας, ενώ μόνο το 17,2% τάσσεται υπέρ της μη επανέναρξης των συνομιλιών. Η μεγαλύτερη επι μέρους ομάδα, το 38,7%, ζητά επανέναρξη από το σημείο στο οποίο διακόπηκαν οι διαπραγματεύσεις στο Κραν Μοντανά.
Τα δεδομένα χρειάζονται, βεβαίως, προσεκτική ανάγνωση. Δεν σημαίνει ότι το 75,3% υποστηρίζει με τον ίδιο βαθμό βεβαιότητας ή ενθουσιασμού κάθε πιθανή εκδοχή της ΔΔΟ. Η έρευνα διακρίνει ορθά την ενεργή αποδοχή και την ανοχή. Σε ένα υποθετικό δημοψήφισμα, το 34,8% τοποθετείται ήδη προς το «Ναι», το 23,7% προς το «Όχι» και το 41,5% παραμένει αναποφάσιστο. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της ενδιάμεσης ομάδας θα μπορούσε να κινηθεί προς το «Ναι», εάν διασκεδαστούν συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με τη λειτουργικότητα του κράτους, την εφαρμογή της συμφωνίας, την επίλυση ενδεχόμενων αδιεξόδων και την προστασία των δικαιωμάτων.
Επομένως, η κοινωνία δεν απορρίπτει την ειρήνη ούτε την ομοσπονδία. Αναζητά μια αξιόπιστη, λειτουργική και εφαρμόσιμη συμφωνία. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από τον ισχυρισμό ότι «δεν είναι έτοιμη». Η κοινωνική βάση για μια αμοιβαία συμφωνημένη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία υπάρχει. Εκείνο που απουσιάζει είναι η πολιτική ηγεσία που θα μετατρέψει αυτή τη δυνητική πλειοψηφία σε ενεργό κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα λύσης.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι επίσης ότι προηγούμενες δικοινοτικές έρευνες έχουν εντοπίσει 118 διαφορετικές παραλλαγές του Πλαισίου Γκουτέρες οι οποίες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν υποστήριξη τουλάχιστον 55% και στις δύο κοινότητες. Συνεπώς, δεν υπάρχει μόνο μια αφηρημένη επιθυμία για λύση. Υπάρχουν συγκεκριμένα, αμοιβαίως αποδεκτά πεδία συμβιβασμού πάνω στα οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια βιώσιμη συμφωνία. Τα εμπόδια βρίσκονται αλλού:
1. Η πολιτική και οικονομική ελίτ που διαχειρίζεται το κράτος και το Κυπριακό έχει χρεοκοπήσει πολιτικά, ηθικά και στρατηγικά. Έχει εξαντλήσει την αξιοπιστία της και στερείται ουσιαστικής κοινωνικής νομιμοποίησης. Επί δεκαετίες επικαλείται την «ανετοιμότητα της κοινωνίας» για να συγκαλύψει τη δική της αδράνεια, τις παλινδρομήσεις και την απροθυμία της να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας πραγματικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας.
2. Οι κυρίαρχοι θεσμοί του κράτους και του κεφαλαίου έχουν προσαρμοστεί στη διχοτόμηση. Γύρω από το στάτους κβο έχουν συγκροτηθεί υλικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα: μηχανισμοί εξουσίας, οικονομικά δίκτυα, διαχείριση γης και περιουσιών, εθνικιστικές νομιμοποιήσεις και θεσμικές καριέρες. Για σημαντικά τμήματα των ελίτ, η εκκρεμότητα του Κυπριακού δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα προς επίλυση, αλλά καθεστώς προς διαχείριση και αξιοποίηση. Η ντε φάκτο διχοτόμηση παράγει τους δικούς της διαχειριστές και τους δικούς της ωφελημένους.
3. Η επίκληση μιας ενιαίας “κοινωνικής βούλησης” αποτελεί ιδεολογική κατασκευή. Η κοινωνία δεν είναι ένα ομοιογενές σώμα ούτε ένας φυσικός οργανισμός με μία και μοναδική βούληση. Είναι ένα συγκρουσιακό και αντιφατικό πεδίο, στο οποίο αντιπαρατίθενται κοινωνικές δυνάμεις, ταξικά συμφέροντα, πολιτικές ιδέες και διαφορετικά σχέδια για το μέλλον. Υπάρχουν δυνάμεις που επενδύουν στη διχοτόμηση, αλλά υπάρχουν και ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις που επιθυμούν την επανένωση, την ειρήνη, την ασφάλεια και τη δημοκρατική συμβίωση.
Η έρευνα προσφέρει ακόμη ένα κρίσιμο εύρημα: όσο συχνότερη είναι η επαφή με Τουρκοκυπρίους, τόσο αυξάνεται η αποδοχή της ΔΔΟ. Μεταξύ όσων δεν έχουν καμία επαφή, το 70,3% την αποδέχεται ή την ανέχεται· το ποσοστό φτάνει το 87,4% μεταξύ όσων έχουν εβδομαδιαία ή συχνότερη επαφή. Η δικοινοτική συνεργασία, επομένως, δεν αποτελεί διακοσμητικό συμπλήρωμα της διαπραγμάτευσης. Είναι μηχανισμός αποδόμησης των προκαταλήψεων και οικοδόμησης της κοινωνικής βάσης της λύσης. Γι’ αυτό απαιτούνται περισσότερα οδοφράγματα, κοινές κοινωνικές και οικονομικές δράσεις, δικοινοτική εκπαίδευση, κοινές υποδομές και πραγματική συμμετοχή των πολιτών.
Η λύση δεν θα προκύψει ως φυσική εξέλιξη του χρόνου ούτε θα προσφερθεί από εκείνους που επενδύουν στη μονιμοποίηση της διχοτόμησης. Ο χρόνος, αντίθετα, παγιώνει τα τετελεσμένα και ενισχύει τα συμφέροντα που αναπτύσσονται γύρω τους. Η κοινωνική διαθεσιμότητα υπάρχει, αλλά πρέπει να μετατραπεί σε οργανωμένη πολιτική δύναμη. Χρειάζονται πολιτική βούληση, επανέναρξη των συνομιλιών από το διαπραγματευτικό κεκτημένο του Κραν Μοντανά και το Πλαίσιο Γκουντέρες, θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες, ουσιαστικά μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, συμμετοχή των πολιτών και, πάνω απ’ όλα, επίμονη δικοινοτική κινητοποίηση.
Τις επόμενες ημέρες, ο ΟΗΕ αναμένεται να επιβεβαιώσει τις συγκλίσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί ανάμεσα στις δύο πλευρές. Τότε θα διαφανεί ακόμη καθαρότερα ποιος ή ποιοι αποτελούν το πραγματικό εμπόδιο στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και στην επίτευξη λύσης. Η κυπριακή κοινωνία δεν χρειάζεται να περιμένει παθητικά τις ηγεσίες της. Οφείλει να συγκροτήσει η ίδια το κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο της επανένωσης, της ειρήνης και της ουσιαστικής δημοκρατίας.