09/01/2026
Καλό και ευλογημένο μήνα, αδελφοί μου.
Ο Αγιασμός του μηνός βρίσκεται στον νάρθηκα του Ιερού Ναού και θα παραμείνει εκεί μέχρι και την Κυριακή. Όσοι επιθυμείτε, μπορείτε να περάσετε και να πάρετε Αγιασμό για την ευλογία των σπιτιών και των οικογενειών σας.
Μοιραζόμαστε επίσης μαζί σας μερικά στιγμιότυπα από τη χθεσινή μας Αγρυπνία, ώστε όλοι, ακόμη και όσοι δεν μπόρεσαν να βρίσκονται μαζί μας, να πάρουν κάτι από τη χαρά και την ευλογία αυτής της όμορφης αγρυπνίας.
Φωτογραφικό υλικό: Constantin Lupșoiu
https://costaflicks.com
Με την ευκαιρία της αρχής του νέου εκκλησιαστικού έτους, θα ήθελα επίσης να σας μεταφέρω μερικές σκέψεις από την ομιλία της χθεσινής μας ακολουθίας και σημερινής εορτής, ιδιαίτερα για όσους δεν μπόρεσαν να βρίσκονται μαζί μας στην ακολουθία.
[...]
Ο Απόστολος Παύλος μάς λέει για τον Χριστό:
«Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ».
«Υπήκοος» εδώ σημαίνει υπάκουος.
Ο Χριστός «έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού».
Η υπακοή Του έφθασε μέχρι το έσχατο σημείο. Όχι απλώς μέχρι κάποια δυσκολία ή κάποια στέρηση, αλλά μέχρι τον Σταυρό.
Και έτσι ο Απόστολος μάς φανερώνει ότι η οδός του Χριστού είναι αντίθετη από την οδό του πεπτωκότος ανθρώπου. Εκεί όπου ο άνθρωπος θέλει να υψώσει τον εαυτό του, ο Χριστός ταπεινώνεται. Εκεί όπου ο άνθρωπος θέλει να γίνεται το δικό του θέλημα, ο Χριστός γίνεται υπάκουος μέχρι θανάτου.
Η κένωση του Χριστού δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός. Ο Υιός του Θεού, παραμένοντας αυτό που είναι, προσλαμβάνει αυτό που δεν ήταν: την ανθρώπινη φύση. Λαμβάνει «μορφὴν δούλου», ταπεινώνεται εκουσίως και η πορεία της ταπεινώσεώς Του φθάνει μέχρι την υπακοή του Σταυρού.
Αυτό λοιπόν είναι το φρόνημα που βάζει ο Απόστολος μπροστά μας στην αρχή αυτού του νέου εκκλησιαστικού έτους.
Και εδώ ακριβώς έρχεται μπροστά μας ο Άγιος που εορτάζουμε σήμερα, ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης.
Ο Συμεών ήταν ακόμη νέος όταν άκουσε μέσα στον ναό τους Μακαρισμούς του Χριστού. Ρώτησε τι σήμαιναν αυτά τα λόγια και ο λόγος του Θεού μπήκε τόσο βαθιά μέσα του, ώστε άλλαξε την κατεύθυνση ολόκληρης της ζωής του.
Ακολούθησε εξαιρετικά αυστηρή ασκητική ζωή και τελικά έζησε για πολλά χρόνια επάνω σε έναν στύλο, στην προσευχή, στη νηστεία και στον πνευματικό αγώνα.
Και εδώ πρέπει να προσέξουμε κάτι.
Η Εκκλησία δεν μας παρουσιάζει σήμερα τον Συμεών για να μας πει: ανεβείτε κι εσείς επάνω σε στύλους.
Μας παρουσιάζει έναν άνθρωπο που πήρε τον Χριστό στα σοβαρά.
[...]
Υπάρχει ένα πολύ όμορφο περιστατικό στον βίο του. Όταν οι Πατέρες της ερήμου άκουσαν γι’ αυτή την ασυνήθιστη άσκηση, θέλησαν να εξακριβώσουν εάν προερχόταν πράγματι από τον Θεό ή από το προσωπικό του θέλημα. Έστειλαν λοιπόν ανθρώπους να του πουν να κατέβει από τον στύλο.
Και ο Συμεών ετοιμάστηκε αμέσως να κατέβει.
Τότε του είπαν να παραμείνει.
Γιατί εκεί φανερώθηκε ότι το μεγάλο πράγμα δεν ήταν ο στύλος.
Ήταν η υπακοή.
Θα μπορούσε να εγκαταλείψει ακόμη και την άσκηση που τον έκανε γνωστό, εάν αυτή ήταν η εντολή. Δεν λάτρευε την άσκησή του. Δεν λάτρευε το θέλημά του. Ζητούσε τον Θεό.
Και αυτό μας αφορά όλους.
Δεν μας ζητά ο Θεός να ανεβούμε στον στύλο του Συμεών.
Μας ζητά όμως να κατεβάσουμε από τον θρόνο το δικό μας θέλημα.
Γιατί ο μεγαλύτερος πόλεμος πολλές φορές δεν γίνεται γύρω μας.
Γίνεται μέσα μας.
Μπορεί έξω να υπάρχει απόλυτη ησυχία και μέσα μας να γίνεται πόλεμος. Να μας τραβά ο θυμός, η υπερηφάνεια, η φιληδονία, η κατάκριση, ο φθόνος, η φιλαυτία, το δικό μας θέλημα.
Και μπορεί να ζητώ να αλλάξει ο κόσμος γύρω μου, ενώ ο άνθρωπος που χρειάζεται πρώτος να αλλάξει είμαι εγώ.
Εδώ βρίσκεται η άσκηση.
Άσκηση δεν είναι να κάνουμε παράξενα ή ακραία πράγματα.
Άσκηση είναι ο πραγματικός αγώνας εναντίον του παλαιού ανθρώπου.
Να μάθω να λέω «όχι» εκεί όπου τόσα χρόνια λέω «ναι» στο πάθος μου.
Να κρατήσω το στόμα μου όταν θέλω να κατακρίνω.
Να συγχωρήσω όταν ο εγωισμός μου απαιτεί δικαίωση.
Να προσευχηθώ όταν δεν έχω διάθεση.
Να κόψω μία αμαρτία που έχω μάθει να δικαιολογώ.
Να δεχθώ ότι δεν χρειάζεται πάντοτε να γίνεται το δικό μου.
Αυτό είναι ασκητική ζωή και για τον άνθρωπο που ζει μέσα στον κόσμο.
Και εδώ φθάνουμε στη μετάνοια.
Λέμε συχνά ότι «μετάνοια σημαίνει αλλαγή του νου». Είναι σωστό. Αλλά αν δεν εξηγήσουμε τι εννοούμε, μπορεί να μη σημαίνει σχεδόν τίποτε.
Ο «νοῦς» στην πατερική παράδοση δεν είναι απλώς ο εγκέφαλος ούτε η λογική σκέψη. Είναι το βαθύτερο εσωτερικό αισθητήριο του ανθρώπου, αυτό με το οποίο ο άνθρωπος στρέφεται προς τον Θεό. Γι’ αυτό οι Πατέρες χρησιμοποιούν την εικόνα του οφθαλμού της ψυχής.
Μετάνοια λοιπόν δεν σημαίνει απλώς «άλλαξα γνώμη».
Και σίγουρα δεν σημαίνει απλώς ότι άλλαξα έναν τρόπο σκέψεως.
Σημαίνει ότι αλλάζει η κατεύθυνση του εσωτερικού ανθρώπου.
Ο νους που ήταν διασκορπισμένος, σκοτισμένος, στραμμένος στα πάθη και στον εαυτό, επιστρέφει προς τον Θεό. Καθαρίζεται. Φωτίζεται. Αρχίζει πάλι να βλέπει.
Γι’ αυτό η αληθινή μετάνοια δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα ενοχής.
Είναι επιστροφή.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, στον λόγο του «Περὶ μετανοίας», περιγράφει εκείνους τους μοναχούς που ζούσαν σε έναν τόπο που ονομαζόταν «Φυλακή». Η μετάνοιά τους ήταν συγκλονιστική. Αγρυπνούσαν, έκλαιγαν, χτυπούσαν τα στήθη τους και θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανάξιους ακόμη και να σηκώσουν τα μάτια τους προς τον ουρανό.
Η Εκκλησία δεν μας παρουσιάζει αυτές τις σωματικές ακρότητες για να τις αντιγράψουμε.
Μας αποκαλύπτει όμως πόσο σοβαρά αντιμετώπιζαν εκείνοι την αμαρτία.
Και ίσως εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως εμείς έχουμε περάσει στο άλλο άκρο.
Αμαρτάνουμε και λέμε: «Δεν πειράζει».
Ξαναπέφτουμε και λέμε: «Έτσι είμαι εγώ».
Δικαιολογούμε ένα πάθος για χρόνια και τελικά παύουμε ακόμη και να αγωνιζόμαστε εναντίον του.
[...]
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος όμως δίνει έναν συγκλονιστικό ορισμό:
«Μετάνοια ἐστὶν ἀνάκλησις βαπτίσματος».
Δηλαδή: «Μετάνοια είναι η ανανέωση, η επαναφορά του Βαπτίσματος».
Δεν σημαίνει φυσικά ότι το Βάπτισμα επαναλαμβάνεται. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος που με την αμαρτία πλήγωσε τη βαπτισματική του ζωή επιστρέφει και ανακαινίζει τη ζωή που έλαβε μέσα στο Βάπτισμα.
Η μετάνοια δεν δημιουργεί έναν διαφορετικό Χριστιανισμό.
Μας επιστρέφει σε αυτό που ήδη κληθήκαμε να γίνουμε όταν βαπτιστήκαμε.
Και ο Άγιος Ιωάννης την ονομάζει ακόμη «συνθήκη πρὸς Θεὸν δευτέρου βίου» — συμφωνία με τον Θεό για μία νέα ζωή.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το «αισθάνομαι άσχημα για κάτι που έκανα».
Μετανοώ σημαίνει: σηκώνομαι και αλλάζω πορεία.
Και ίσως αυτό ακριβώς πρέπει να σημαίνει για εμάς η αρχή του νέου εκκλησιαστικού έτους.
Όχι απλώς ότι άλλαξε μία ημερομηνία.
Αλλά ότι ο Θεός μάς έδωσε ακόμη ένα «σήμερα».
Σήμερα μπορώ να επιστρέψω.
Σήμερα μπορώ να εξομολογηθώ.
Σήμερα μπορώ να συγχωρήσω.
Σήμερα μπορώ να αρχίσω να προσεύχομαι.
Σήμερα μπορώ να σταματήσω να δικαιολογώ εκείνο που ξέρω ότι με χωρίζει από τον Θεό.
Σήμερα μπορώ να αρχίσω τον πόλεμο με τον παλαιό άνθρωπο.
Και αυτή ίσως είναι η ερώτηση που μας αφήνει σήμερα ο Άγιος Συμεών από τον στύλο του:
Όχι: «Θα κάνεις αυτό που έκανα εγώ;»
Αλλά:
Εσύ, τι είσαι διατεθειμένος να κάνεις για τον Χριστό;
Ποιο πάθος θα πολεμήσεις;
Ποιο θέλημα θα κόψεις;
Τι θα αλλάξει πραγματικά μέσα σου;
Ο Χριστός δεν ζητά από όλους τον στύλο του Συμεών.
Ζητά όμως από όλους την καρδιά μας.
Ένας εκκλησιαστικός χρόνος τελείωσε.
Δεν επιστρέφει.
Και δεν γνωρίζουμε πόσος χρόνος βρίσκεται ακόμη μπροστά μας.
Ξέρουμε όμως κάτι.
Ο Θεός μάς έδωσε αυτή την ημέρα.
Μας έδωσε αυτό το «σήμερα».
Ας μην Του υποσχεθούμε λοιπόν πάλι το αύριο.
Γιατί ο Χριστός δεν μας λέει «αύριο».
Μας λέει:
«Σήμερον».
Όχι κάποια αόριστη στιγμή στο μέλλον. Όχι όταν οι συνθήκες γίνουν ιδανικές. Όχι όταν πάψουν οι πειρασμοί. Όχι όταν αποκτήσουμε περισσότερο χρόνο.
Η πρόσκληση του Χριστού συναντά τον άνθρωπο τώρα.
Και ίσως η πραγματική αρχή του νέου εκκλησιαστικού έτους να μην είναι απλώς η στιγμή που το ημερολόγιο γράφει 1η Σεπτεμβρίου.
Ίσως να είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος θα σταθεί πραγματικά ενώπιον του Χριστού και θα Του πει αυτές τις τρεις λέξεις:
Κύριε, σήμερα αρχίζω.
Αμήν.
Dear brethren,
I wish you all a good and blessed month.
The Holy Water for the beginning of the month is available in the narthex of the church and will remain there until Sunday. Those who wish may stop by and take some Holy Water for the blessing of your homes and families.
We are also sharing with you a few moments from yesterday’s Vigil, so that everyone, including those who were not able to be with us, may share something of the joy and blessing of this beautiful night vigil.
The photos were taken by
"Constantin Lupșoiu" https://costaflicks.com
At the beginning of this new ecclesiastical year, I would also like to share with you a few thoughts from the homily of yesterday’s service and today’s feast, especially for those who were not able to be with us at the service.
[...]
Saint Paul tells us about Christ:
“Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.”
“He humbled Himself and became obedient to the point of death, even the death of the Cross.”
The Greek word “ὑπήκοος” here means obedient.
Christ “became obedient to the point of death, even the death of the Cross.”
His obedience reached the very end. Not simply to some difficulty or some sacrifice, but all the way to the Cross.
And so the Apostle shows us that the way of Christ is the opposite of the way of fallen man. Where man wants to lift himself up, Christ humbles Himself. Where man wants his own will to be done, Christ becomes obedient even to death.
The kenosis, the self-emptying of Christ, does not mean that He stopped being God. The Son of God, while remaining what He is, takes what He was not: our human nature. He takes “the form of a servant,” freely humbles Himself, and His path of humility reaches all the way to the obedience of the Cross.
This, then, is the mind and inner attitude that the Apostle places before us at the beginning of this new ecclesiastical year.
And this is exactly where the Saint whom we celebrate today comes before us: Saint Symeon the Stylite.
Symeon was still young when he heard the Beatitudes of Christ being read in church. He asked what these words meant, and the Word of God entered so deeply into his heart that it changed the direction of his whole life.
He followed an extremely strict ascetic life, and eventually he lived for many years on top of a pillar, in prayer, fasting, and spiritual struggle.
But here we need to understand something.
The Church does not place Saint Symeon before us today in order to tell us: you should also climb onto pillars.
She places before us a man who took Christ seriously.
[...]
There is a beautiful event in his life. When the Fathers of the desert heard about this unusual form of ascetic life, they wanted to know whether it truly came from God or whether it came from Symeon’s own will. So they sent men to tell him to come down from the pillar.
And Symeon immediately prepared to come down.
Then they told him to remain.
Because at that moment something became clear: the greatest thing was not the pillar.
It was obedience.
He was willing to leave even the ascetic practice for which he had become known, if that was what he was told to do. He did not worship his ascetic struggle. He did not worship his own will. He was seeking God.
And this concerns every one of us.
God does not ask us to climb onto the pillar of Saint Symeon.
But He does ask us to take our own will down from its throne.
Because many times the greatest war is not happening around us.
It is happening inside us.
Everything around us may be peaceful, while inside us there is a war. Anger may be pulling us. Pride. Lust. Judgment of others. Envy. Self-love. Our own will.
And I may be asking the whole world around me to change, while the first person who needs to change is me.
This is where ascetic struggle begins.
Ascetic struggle does not mean doing strange or extreme things.
Ascetic struggle is the real fight against the old man within us.
It means learning to say “no” where for years I have been saying “yes” to my passion.
To keep my mouth closed when I want to judge someone.
To forgive when my pride demands to be proven right.
To pray when I do not feel like praying.
To cut off a sin that I have learned to excuse.
To accept that things do not always have to happen the way I want them to happen.
This is the ascetic life even for a person living in the world.
And here we come to repentance.
We often say that “repentance means a change of the nous.” This is correct. But if we do not explain what we mean, it may end up meaning almost nothing.
The “nous” in the Patristic tradition is not simply the brain or our logical thinking. It is the deepest spiritual awareness within the human person, through which we turn toward God. This is why the Fathers use the image of the “eye of the soul.”
So repentance does not simply mean, “I changed my opinion or mind.”
And it certainly does not simply mean that I changed my way of thinking.
It means that the direction of the inner person changes.
The nous that was scattered, darkened, turned toward the passions and toward the self, begins to return toward God. It is cleansed. It is enlightened. It begins to see again.
This is why true repentance is not simply a feeling of guilt.
It is a return.
Saint John Climacus, in his Step “On Repentance,” describes monks who lived in a place called “the Prison.” Their repentance was overwhelming. They kept vigil, they wept, they struck their breasts, and they considered themselves unworthy even to raise their eyes toward heaven.
The Church does not show us these extreme physical practices so that we can copy them.
But she does show us how seriously they understood sin.
And perhaps here we need to ask whether we have gone to the opposite extreme.
We sin and we say, “It doesn’t matter.”
We fall again and say, “That is just the way I am.”
We excuse a passion for years, until eventually we stop even fighting against it.
[...]
But Saint John Climacus gives us a powerful definition:
“Μετάνοια ἐστὶν ἀνάκλησις βαπτίσματος.”
“Repentance is the renewal, the restoration of Baptism.”
Of course, this does not mean that Baptism is repeated. It means that the person who has wounded his baptismal life through sin returns and renews the life that he received in Baptism.
Repentance does not create a different Christianity.
It brings us back to what we were already called to become when we were baptized.
And Saint John also calls repentance “συνθήκη πρὸς Θεὸν δευτέρου βίου” — an agreement with God for a new life.
This is very different from simply saying, “I feel bad about something I did.”
To repent means: I get up, and I change direction.
And perhaps this is exactly what the beginning of the new ecclesiastical year should mean for us.
Not simply that the date has changed.
But that God has given us another “today.”
Today I can return.
Today I can go to Confession.
Today I can forgive.
Today I can begin to pray.
Today I can stop excusing the thing that I know is separating me from God.
Today I can begin the war against the old man within me.
And perhaps this is the question that Saint Symeon asks us today from his pillar:
Not: “Will you do what I did?”
But:
What are you willing to do for Christ?
Which passion will you fight?
Which part of your own will will you cut off?
What will truly change inside you?
Christ does not ask everyone for the pillar of Saint Symeon.
But He does ask everyone for our heart.
One ecclesiastical year has ended.
It will not return.
And we do not know how much time is still ahead of us.
But we do know something.
God has given us this day.
He has given us this “today.”
So let us not promise Him “tomorrow” again.
Because Christ does not say to us, “tomorrow.”
He says:
“Σήμερον.”
Today.
Not at some unknown time in the future. Not when everything in our life becomes perfect. Not when the temptations stop. Not when we have more time.
Christ calls us now.
And perhaps the true beginning of the new ecclesiastical year is not simply the moment when the calendar changes to September 1st.
Perhaps it is the moment when a person truly stands before Christ and says these three words:
Lord, today I begin.
Amen.