St. George Vancouver

St. George Vancouver St. George Greek Orthodox Cathedral
Chapel of St. Anna
Spiritual Jurisdiction: G.O. Archdiocese of Canada & Ecumenical Patriarchate. Est. 1927

Καλό και ευλογημένο μήνα, αδελφοί μου.Ο Αγιασμός του μηνός βρίσκεται στον νάρθηκα του Ιερού Ναού και θα παραμείνει εκεί ...
09/01/2026

Καλό και ευλογημένο μήνα, αδελφοί μου.

Ο Αγιασμός του μηνός βρίσκεται στον νάρθηκα του Ιερού Ναού και θα παραμείνει εκεί μέχρι και την Κυριακή. Όσοι επιθυμείτε, μπορείτε να περάσετε και να πάρετε Αγιασμό για την ευλογία των σπιτιών και των οικογενειών σας.

Μοιραζόμαστε επίσης μαζί σας μερικά στιγμιότυπα από τη χθεσινή μας Αγρυπνία, ώστε όλοι, ακόμη και όσοι δεν μπόρεσαν να βρίσκονται μαζί μας, να πάρουν κάτι από τη χαρά και την ευλογία αυτής της όμορφης αγρυπνίας.

Φωτογραφικό υλικό: Constantin Lupșoiu
https://costaflicks.com

Με την ευκαιρία της αρχής του νέου εκκλησιαστικού έτους, θα ήθελα επίσης να σας μεταφέρω μερικές σκέψεις από την ομιλία της χθεσινής μας ακολουθίας και σημερινής εορτής, ιδιαίτερα για όσους δεν μπόρεσαν να βρίσκονται μαζί μας στην ακολουθία.

[...]

Ο Απόστολος Παύλος μάς λέει για τον Χριστό:

«Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ».

«Υπήκοος» εδώ σημαίνει υπάκουος.

Ο Χριστός «έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού».

Η υπακοή Του έφθασε μέχρι το έσχατο σημείο. Όχι απλώς μέχρι κάποια δυσκολία ή κάποια στέρηση, αλλά μέχρι τον Σταυρό.

Και έτσι ο Απόστολος μάς φανερώνει ότι η οδός του Χριστού είναι αντίθετη από την οδό του πεπτωκότος ανθρώπου. Εκεί όπου ο άνθρωπος θέλει να υψώσει τον εαυτό του, ο Χριστός ταπεινώνεται. Εκεί όπου ο άνθρωπος θέλει να γίνεται το δικό του θέλημα, ο Χριστός γίνεται υπάκουος μέχρι θανάτου.

Η κένωση του Χριστού δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός. Ο Υιός του Θεού, παραμένοντας αυτό που είναι, προσλαμβάνει αυτό που δεν ήταν: την ανθρώπινη φύση. Λαμβάνει «μορφὴν δούλου», ταπεινώνεται εκουσίως και η πορεία της ταπεινώσεώς Του φθάνει μέχρι την υπακοή του Σταυρού.

Αυτό λοιπόν είναι το φρόνημα που βάζει ο Απόστολος μπροστά μας στην αρχή αυτού του νέου εκκλησιαστικού έτους.

Και εδώ ακριβώς έρχεται μπροστά μας ο Άγιος που εορτάζουμε σήμερα, ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης.

Ο Συμεών ήταν ακόμη νέος όταν άκουσε μέσα στον ναό τους Μακαρισμούς του Χριστού. Ρώτησε τι σήμαιναν αυτά τα λόγια και ο λόγος του Θεού μπήκε τόσο βαθιά μέσα του, ώστε άλλαξε την κατεύθυνση ολόκληρης της ζωής του.

Ακολούθησε εξαιρετικά αυστηρή ασκητική ζωή και τελικά έζησε για πολλά χρόνια επάνω σε έναν στύλο, στην προσευχή, στη νηστεία και στον πνευματικό αγώνα.

Και εδώ πρέπει να προσέξουμε κάτι.

Η Εκκλησία δεν μας παρουσιάζει σήμερα τον Συμεών για να μας πει: ανεβείτε κι εσείς επάνω σε στύλους.

Μας παρουσιάζει έναν άνθρωπο που πήρε τον Χριστό στα σοβαρά.

[...]

Υπάρχει ένα πολύ όμορφο περιστατικό στον βίο του. Όταν οι Πατέρες της ερήμου άκουσαν γι’ αυτή την ασυνήθιστη άσκηση, θέλησαν να εξακριβώσουν εάν προερχόταν πράγματι από τον Θεό ή από το προσωπικό του θέλημα. Έστειλαν λοιπόν ανθρώπους να του πουν να κατέβει από τον στύλο.

Και ο Συμεών ετοιμάστηκε αμέσως να κατέβει.

Τότε του είπαν να παραμείνει.

Γιατί εκεί φανερώθηκε ότι το μεγάλο πράγμα δεν ήταν ο στύλος.

Ήταν η υπακοή.

Θα μπορούσε να εγκαταλείψει ακόμη και την άσκηση που τον έκανε γνωστό, εάν αυτή ήταν η εντολή. Δεν λάτρευε την άσκησή του. Δεν λάτρευε το θέλημά του. Ζητούσε τον Θεό.

Και αυτό μας αφορά όλους.

Δεν μας ζητά ο Θεός να ανεβούμε στον στύλο του Συμεών.

Μας ζητά όμως να κατεβάσουμε από τον θρόνο το δικό μας θέλημα.

Γιατί ο μεγαλύτερος πόλεμος πολλές φορές δεν γίνεται γύρω μας.

Γίνεται μέσα μας.

Μπορεί έξω να υπάρχει απόλυτη ησυχία και μέσα μας να γίνεται πόλεμος. Να μας τραβά ο θυμός, η υπερηφάνεια, η φιληδονία, η κατάκριση, ο φθόνος, η φιλαυτία, το δικό μας θέλημα.

Και μπορεί να ζητώ να αλλάξει ο κόσμος γύρω μου, ενώ ο άνθρωπος που χρειάζεται πρώτος να αλλάξει είμαι εγώ.

Εδώ βρίσκεται η άσκηση.

Άσκηση δεν είναι να κάνουμε παράξενα ή ακραία πράγματα.
Άσκηση είναι ο πραγματικός αγώνας εναντίον του παλαιού ανθρώπου.
Να μάθω να λέω «όχι» εκεί όπου τόσα χρόνια λέω «ναι» στο πάθος μου.

Να κρατήσω το στόμα μου όταν θέλω να κατακρίνω.
Να συγχωρήσω όταν ο εγωισμός μου απαιτεί δικαίωση.
Να προσευχηθώ όταν δεν έχω διάθεση.
Να κόψω μία αμαρτία που έχω μάθει να δικαιολογώ.
Να δεχθώ ότι δεν χρειάζεται πάντοτε να γίνεται το δικό μου.

Αυτό είναι ασκητική ζωή και για τον άνθρωπο που ζει μέσα στον κόσμο.

Και εδώ φθάνουμε στη μετάνοια.

Λέμε συχνά ότι «μετάνοια σημαίνει αλλαγή του νου». Είναι σωστό. Αλλά αν δεν εξηγήσουμε τι εννοούμε, μπορεί να μη σημαίνει σχεδόν τίποτε.

Ο «νοῦς» στην πατερική παράδοση δεν είναι απλώς ο εγκέφαλος ούτε η λογική σκέψη. Είναι το βαθύτερο εσωτερικό αισθητήριο του ανθρώπου, αυτό με το οποίο ο άνθρωπος στρέφεται προς τον Θεό. Γι’ αυτό οι Πατέρες χρησιμοποιούν την εικόνα του οφθαλμού της ψυχής.

Μετάνοια λοιπόν δεν σημαίνει απλώς «άλλαξα γνώμη».

Και σίγουρα δεν σημαίνει απλώς ότι άλλαξα έναν τρόπο σκέψεως.
Σημαίνει ότι αλλάζει η κατεύθυνση του εσωτερικού ανθρώπου.

Ο νους που ήταν διασκορπισμένος, σκοτισμένος, στραμμένος στα πάθη και στον εαυτό, επιστρέφει προς τον Θεό. Καθαρίζεται. Φωτίζεται. Αρχίζει πάλι να βλέπει.

Γι’ αυτό η αληθινή μετάνοια δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα ενοχής.

Είναι επιστροφή.

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, στον λόγο του «Περὶ μετανοίας», περιγράφει εκείνους τους μοναχούς που ζούσαν σε έναν τόπο που ονομαζόταν «Φυλακή». Η μετάνοιά τους ήταν συγκλονιστική. Αγρυπνούσαν, έκλαιγαν, χτυπούσαν τα στήθη τους και θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανάξιους ακόμη και να σηκώσουν τα μάτια τους προς τον ουρανό.

Η Εκκλησία δεν μας παρουσιάζει αυτές τις σωματικές ακρότητες για να τις αντιγράψουμε.
Μας αποκαλύπτει όμως πόσο σοβαρά αντιμετώπιζαν εκείνοι την αμαρτία.
Και ίσως εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως εμείς έχουμε περάσει στο άλλο άκρο.

Αμαρτάνουμε και λέμε: «Δεν πειράζει».
Ξαναπέφτουμε και λέμε: «Έτσι είμαι εγώ».
Δικαιολογούμε ένα πάθος για χρόνια και τελικά παύουμε ακόμη και να αγωνιζόμαστε εναντίον του.

[...]

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος όμως δίνει έναν συγκλονιστικό ορισμό:

«Μετάνοια ἐστὶν ἀνάκλησις βαπτίσματος».

Δηλαδή: «Μετάνοια είναι η ανανέωση, η επαναφορά του Βαπτίσματος».

Δεν σημαίνει φυσικά ότι το Βάπτισμα επαναλαμβάνεται. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος που με την αμαρτία πλήγωσε τη βαπτισματική του ζωή επιστρέφει και ανακαινίζει τη ζωή που έλαβε μέσα στο Βάπτισμα.
Η μετάνοια δεν δημιουργεί έναν διαφορετικό Χριστιανισμό.

Μας επιστρέφει σε αυτό που ήδη κληθήκαμε να γίνουμε όταν βαπτιστήκαμε.

Και ο Άγιος Ιωάννης την ονομάζει ακόμη «συνθήκη πρὸς Θεὸν δευτέρου βίου» — συμφωνία με τον Θεό για μία νέα ζωή.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το «αισθάνομαι άσχημα για κάτι που έκανα».

Μετανοώ σημαίνει: σηκώνομαι και αλλάζω πορεία.

Και ίσως αυτό ακριβώς πρέπει να σημαίνει για εμάς η αρχή του νέου εκκλησιαστικού έτους.

Όχι απλώς ότι άλλαξε μία ημερομηνία.

Αλλά ότι ο Θεός μάς έδωσε ακόμη ένα «σήμερα».

Σήμερα μπορώ να επιστρέψω.
Σήμερα μπορώ να εξομολογηθώ.
Σήμερα μπορώ να συγχωρήσω.
Σήμερα μπορώ να αρχίσω να προσεύχομαι.
Σήμερα μπορώ να σταματήσω να δικαιολογώ εκείνο που ξέρω ότι με χωρίζει από τον Θεό.
Σήμερα μπορώ να αρχίσω τον πόλεμο με τον παλαιό άνθρωπο.

Και αυτή ίσως είναι η ερώτηση που μας αφήνει σήμερα ο Άγιος Συμεών από τον στύλο του:

Όχι: «Θα κάνεις αυτό που έκανα εγώ;»

Αλλά:

Εσύ, τι είσαι διατεθειμένος να κάνεις για τον Χριστό;
Ποιο πάθος θα πολεμήσεις;
Ποιο θέλημα θα κόψεις;
Τι θα αλλάξει πραγματικά μέσα σου;

Ο Χριστός δεν ζητά από όλους τον στύλο του Συμεών.

Ζητά όμως από όλους την καρδιά μας.
Ένας εκκλησιαστικός χρόνος τελείωσε.
Δεν επιστρέφει.
Και δεν γνωρίζουμε πόσος χρόνος βρίσκεται ακόμη μπροστά μας.

Ξέρουμε όμως κάτι.

Ο Θεός μάς έδωσε αυτή την ημέρα.
Μας έδωσε αυτό το «σήμερα».
Ας μην Του υποσχεθούμε λοιπόν πάλι το αύριο.

Γιατί ο Χριστός δεν μας λέει «αύριο».

Μας λέει:
«Σήμερον».

Όχι κάποια αόριστη στιγμή στο μέλλον. Όχι όταν οι συνθήκες γίνουν ιδανικές. Όχι όταν πάψουν οι πειρασμοί. Όχι όταν αποκτήσουμε περισσότερο χρόνο.

Η πρόσκληση του Χριστού συναντά τον άνθρωπο τώρα.

Και ίσως η πραγματική αρχή του νέου εκκλησιαστικού έτους να μην είναι απλώς η στιγμή που το ημερολόγιο γράφει 1η Σεπτεμβρίου.

Ίσως να είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος θα σταθεί πραγματικά ενώπιον του Χριστού και θα Του πει αυτές τις τρεις λέξεις:

Κύριε, σήμερα αρχίζω.

Αμήν.

Dear brethren,

I wish you all a good and blessed month.

The Holy Water for the beginning of the month is available in the narthex of the church and will remain there until Sunday. Those who wish may stop by and take some Holy Water for the blessing of your homes and families.

We are also sharing with you a few moments from yesterday’s Vigil, so that everyone, including those who were not able to be with us, may share something of the joy and blessing of this beautiful night vigil.
The photos were taken by
"Constantin Lupșoiu" https://costaflicks.com

At the beginning of this new ecclesiastical year, I would also like to share with you a few thoughts from the homily of yesterday’s service and today’s feast, especially for those who were not able to be with us at the service.

[...]

Saint Paul tells us about Christ:

“Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.”

“He humbled Himself and became obedient to the point of death, even the death of the Cross.”

The Greek word “ὑπήκοος” here means obedient.

Christ “became obedient to the point of death, even the death of the Cross.”

His obedience reached the very end. Not simply to some difficulty or some sacrifice, but all the way to the Cross.

And so the Apostle shows us that the way of Christ is the opposite of the way of fallen man. Where man wants to lift himself up, Christ humbles Himself. Where man wants his own will to be done, Christ becomes obedient even to death.

The kenosis, the self-emptying of Christ, does not mean that He stopped being God. The Son of God, while remaining what He is, takes what He was not: our human nature. He takes “the form of a servant,” freely humbles Himself, and His path of humility reaches all the way to the obedience of the Cross.

This, then, is the mind and inner attitude that the Apostle places before us at the beginning of this new ecclesiastical year.

And this is exactly where the Saint whom we celebrate today comes before us: Saint Symeon the Stylite.

Symeon was still young when he heard the Beatitudes of Christ being read in church. He asked what these words meant, and the Word of God entered so deeply into his heart that it changed the direction of his whole life.

He followed an extremely strict ascetic life, and eventually he lived for many years on top of a pillar, in prayer, fasting, and spiritual struggle.

But here we need to understand something.

The Church does not place Saint Symeon before us today in order to tell us: you should also climb onto pillars.

She places before us a man who took Christ seriously.

[...]

There is a beautiful event in his life. When the Fathers of the desert heard about this unusual form of ascetic life, they wanted to know whether it truly came from God or whether it came from Symeon’s own will. So they sent men to tell him to come down from the pillar.

And Symeon immediately prepared to come down.

Then they told him to remain.

Because at that moment something became clear: the greatest thing was not the pillar.

It was obedience.

He was willing to leave even the ascetic practice for which he had become known, if that was what he was told to do. He did not worship his ascetic struggle. He did not worship his own will. He was seeking God.

And this concerns every one of us.

God does not ask us to climb onto the pillar of Saint Symeon.

But He does ask us to take our own will down from its throne.

Because many times the greatest war is not happening around us.

It is happening inside us.

Everything around us may be peaceful, while inside us there is a war. Anger may be pulling us. Pride. Lust. Judgment of others. Envy. Self-love. Our own will.

And I may be asking the whole world around me to change, while the first person who needs to change is me.

This is where ascetic struggle begins.

Ascetic struggle does not mean doing strange or extreme things.
Ascetic struggle is the real fight against the old man within us.
It means learning to say “no” where for years I have been saying “yes” to my passion.

To keep my mouth closed when I want to judge someone.
To forgive when my pride demands to be proven right.
To pray when I do not feel like praying.
To cut off a sin that I have learned to excuse.
To accept that things do not always have to happen the way I want them to happen.

This is the ascetic life even for a person living in the world.

And here we come to repentance.

We often say that “repentance means a change of the nous.” This is correct. But if we do not explain what we mean, it may end up meaning almost nothing.

The “nous” in the Patristic tradition is not simply the brain or our logical thinking. It is the deepest spiritual awareness within the human person, through which we turn toward God. This is why the Fathers use the image of the “eye of the soul.”

So repentance does not simply mean, “I changed my opinion or mind.”

And it certainly does not simply mean that I changed my way of thinking.
It means that the direction of the inner person changes.

The nous that was scattered, darkened, turned toward the passions and toward the self, begins to return toward God. It is cleansed. It is enlightened. It begins to see again.
This is why true repentance is not simply a feeling of guilt.

It is a return.

Saint John Climacus, in his Step “On Repentance,” describes monks who lived in a place called “the Prison.” Their repentance was overwhelming. They kept vigil, they wept, they struck their breasts, and they considered themselves unworthy even to raise their eyes toward heaven.

The Church does not show us these extreme physical practices so that we can copy them.
But she does show us how seriously they understood sin.
And perhaps here we need to ask whether we have gone to the opposite extreme.

We sin and we say, “It doesn’t matter.”
We fall again and say, “That is just the way I am.”
We excuse a passion for years, until eventually we stop even fighting against it.

[...]

But Saint John Climacus gives us a powerful definition:

“Μετάνοια ἐστὶν ἀνάκλησις βαπτίσματος.”

“Repentance is the renewal, the restoration of Baptism.”

Of course, this does not mean that Baptism is repeated. It means that the person who has wounded his baptismal life through sin returns and renews the life that he received in Baptism.
Repentance does not create a different Christianity.

It brings us back to what we were already called to become when we were baptized.

And Saint John also calls repentance “συνθήκη πρὸς Θεὸν δευτέρου βίου” — an agreement with God for a new life.

This is very different from simply saying, “I feel bad about something I did.”

To repent means: I get up, and I change direction.

And perhaps this is exactly what the beginning of the new ecclesiastical year should mean for us.

Not simply that the date has changed.

But that God has given us another “today.”

Today I can return.
Today I can go to Confession.
Today I can forgive.
Today I can begin to pray.
Today I can stop excusing the thing that I know is separating me from God.
Today I can begin the war against the old man within me.

And perhaps this is the question that Saint Symeon asks us today from his pillar:

Not: “Will you do what I did?”

But:

What are you willing to do for Christ?
Which passion will you fight?
Which part of your own will will you cut off?
What will truly change inside you?

Christ does not ask everyone for the pillar of Saint Symeon.

But He does ask everyone for our heart.
One ecclesiastical year has ended.
It will not return.
And we do not know how much time is still ahead of us.

But we do know something.

God has given us this day.
He has given us this “today.”
So let us not promise Him “tomorrow” again.

Because Christ does not say to us, “tomorrow.”

He says:

“Σήμερον.”

Today.

Not at some unknown time in the future. Not when everything in our life becomes perfect. Not when the temptations stop. Not when we have more time.

Christ calls us now.

And perhaps the true beginning of the new ecclesiastical year is not simply the moment when the calendar changes to September 1st.

Perhaps it is the moment when a person truly stands before Christ and says these three words:

Lord, today I begin.

Amen.

Καλό και ευλογημένο μήνα σε όλους!Το πρόγραμμα των Ιερών Ακολουθιών για τον μήνα Σεπτέμβριο είναι έτοιμο και μπορείτε να...
08/31/2026

Καλό και ευλογημένο μήνα σε όλους!

Το πρόγραμμα των Ιερών Ακολουθιών για τον μήνα Σεπτέμβριο είναι έτοιμο και μπορείτε να το δείτε παρακάτω.

Ευχόμαστε σε όλους έναν όμορφο και ευλογημένο μήνα, με υγεία και τη χάρη του Θεού!

Have a blessed and wonderful month, everyone!

The schedule of services for the month of September is ready and can be found below.

We wish everyone a beautiful and blessed month, with good health and the grace of God!

«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται,καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται.»Μέσα σε κλίμα κα...
08/15/2026

«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!
ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται,
καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται.»

Μέσα σε κλίμα κατάνυξης και προσευχής τελέστηκε απόψε ο Μέγας Εσπερινός της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Η Εκκλησία στέκεται σήμερα μπροστά στο μυστήριο της Κοιμήσεως της Μητέρας του Θεού όχι με θλίψη χωρίς ελπίδα, αλλά με χαρμολύπη· διότι εκείνη που έγινε «ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς» εισέρχεται στο μνήμα, και ο τάφος της γίνεται «κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν».

Με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο Κύριος να χαρίζει σε όλους υγεία, δύναμη, ειρήνη και κάθε ευλογία.

Αύριο, εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου:

Όρθρος και Θεία Λειτουργία στις 8:00 π.μ.

Καλή και ευλογημένη Παναγιά σε όλους!

«Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος,
ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.»

“O wondrous miracle!
The Source of Life is laid in a tomb,
and the grave becomes a ladder leading to Heaven.”

In an atmosphere of prayer and reverence, we celebrated this evening the Great Vespers for the Dormition of the Most Holy Theotokos.

Today, the Church stands before the mystery of the Dormition of the Mother of God, not with sorrow without hope, but with a joyful sadness; for she who became “the Source of Life” enters the tomb, and her grave becomes “a ladder leading to Heaven.”

Through the intercessions of the Most Holy Theotokos, may the Lord grant to all of us health, strength, peace, and every blessing.

Tomorrow, on the Feast of the Dormition of the Most Holy Theotokos:

Orthros and Divine Liturgy at 8:00 a.m.

May we all have a blessed Feast of the Dormition!

“Rejoice, O Full of Grace, the Lord is with you,
He who through you grants the world His great mercy.”

Αδελφοί μου,μετά τη Γ΄ Ωδή, τόσο στον Μικρό όσο και στον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, ακούμε το ίδιο Κάθισμα:«Πρεσβεία θερ...
08/14/2026

Αδελφοί μου,

μετά τη Γ΄ Ωδή, τόσο στον Μικρό όσο και στον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, ακούμε το ίδιο Κάθισμα:

«Πρεσβεία θερμή, καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον, ἐλέους πηγή, τοῦ κόσμου καταφύγιον, ἐκτενῶς βοῶμέν σοι· Θεοτόκε Δέσποινα, πρόφθασον, καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μόνη ταχέως προστατεύουσα.»

Μετάφραση:

Θερμή πρεσβεία, απόρθητο τείχος, πηγή ελέους και καταφύγιο του κόσμου, με όλη μας την καρδιά φωνάζουμε προς εσένα: Θεοτόκε Δέσποινα, πρόφθασε και λύτρωσέ μας από τους κινδύνους, εσύ που τόσο γρήγορα προστρέχεις στην προστασία μας.

Μέσα σε λίγες μόνο λέξεις, η Εκκλησία χρησιμοποιεί τρεις πολύ δυνατές εικόνες για τη Θεοτόκο:

πρεσβεία, τείχος, καταφύγιο.

Και η πρώτη λέξη εξηγεί και τις υπόλοιπες.

Η Παναγία είναι «πρεσβεία θερμή».

Η προστασία της δεν νοείται χωριστά από τον Θεό. Είναι η Μητέρα που πρεσβεύει προς τον Υιό της για τον κόσμο.

Γι' αυτό και προστρέχουμε σε εκείνη με την οικειότητα των παιδιών που γνωρίζουν ότι η Μητέρα του Χριστού δεν αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο.

Και από αυτή την κραυγή περνάμε στη Δ΄ Ωδή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα.

«Καὶ ποῦ λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; ποῦ προσφύγω; ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι; τίνα θερμὴν ἕξω βοηθόν, θλίψεσι τοῦ βίου καὶ ζάλαις οἴμοι! κλονούμενος; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, καὶ θαρρῶ καὶ καυχῶμαι, καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου· σῶσόν με.»

Μετάφραση:

Και πού λοιπόν θα βρω άλλη βοήθεια; Πού να καταφύγω; Πού θα βρω σωτηρία; Ποιον τόσο θερμό βοηθό θα έχω, εγώ που κλονίζομαι από τις θλίψεις και τις τρικυμίες της ζωής; Σε εσένα ελπίζω, σε εσένα έχω θάρρος και καύχηση, και στη σκέπη σου προστρέχω· σώσε με.

Ακούστε πώς μιλά ένας άνθρωπος που έχει φτάσει στα όριά του:

«ποῦ προσφύγω;»
«ποῦ σωθήσομαι;»
«τίνα… ἕξω βοηθόν;»

Και ίσως η πιο δυνατή λέξη είναι:
«κλονούμενος».

Δεν λέει απλώς «στενοχωριέμαι».
Λέει: κλονίζομαι.

Αυτό που συμβαίνει στη ζωή μου έχει αρχίσει να ταρακουνά τα θεμέλιά μου.
Και όμως, υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό εδώ.
Ο άνθρωπος κλονίζεται, αλλά προσεύχεται.
Δεν παρουσιάζεται ως ατρόμητος.

Δεν λέει ότι επειδή πιστεύει δεν φοβάται, δεν πονά και δεν λυγίζει ποτέ.

Μέσα ακριβώς στον κλονισμό του προστρέχει στη Θεοτόκο και ζητά την πρεσβεία και τη σκέπη της.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια πίστη που προσποιείται ότι όλα είναι καλά.

Η πραγματική πίστη μπορεί να πει:
«Κλονίζομαι, αλλά δεν φεύγω.»

Και τότε έρχεται το δεύτερο τροπάριο:

«Τὸν ποταμόν, τὸν γλυκερόν τοῦ ἐλέους σου, τὸν πλουσίαις δωρεαῖς δροσίσαντα, τὴν παναθλίαν καὶ ταπεινήν, Πάναγνε ψυχήν μου, τῶν συμφορῶν καὶ τῶν θλίψεων, καμίνῳ φλογισθεῖσαν, μεγαλύνω, κηρύττω, καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου· σῶσόν με.»

Μετάφραση:

Μεγαλύνω και διακηρύττω τον γλυκό ποταμό του ελέους σου, που με πλούσιες δωρεές δρόσισε την ταλαίπωρη και ταπεινή ψυχή μου, όταν αυτή φλεγόταν μέσα στο καμίνι των συμφορών και των θλίψεων· και πάλι προστρέχω στη σκέπη σου· σώσε με.

Πριν είχαμε θάλασσα και τρικυμία.

Τώρα έχουμε καμίνι.

Η εικόνα αλλάζει, αλλά ο άνθρωπος είναι ο ίδιος.

Άλλοτε αισθάνεται ότι πνίγεται.

Άλλοτε ότι καίγεται.

Και απέναντι στο «καμίνι» ο ύμνος βάζει έναν «ποταμό».

«Τὸν ποταμὸν τὸν γλυκερὸν τοῦ ἐλέους σου».

Η ψυχή φλέγεται από τη θλίψη και δροσίζεται από το έλεος.

Και υπάρχει εδώ μία λεπτομέρεια που αξίζει να προσέξουμε.

Ο υμνογράφος δεν μιλά μόνο για κάτι που περιμένει να συμβεί.

Λέει ότι αυτός ο ποταμός «δρόσισε» ήδη την ψυχή του.

Έχει μνήμη της βοήθειας που έλαβε.

Γι' αυτό μπορεί τώρα, μέσα σε μια καινούργια δοκιμασία, να ξαναπεί:

«προστρέχω τῇ σκέπῃ σου».

Δεν στηρίζεται μόνο σε αυτό που ελπίζει να συμβεί αύριο.

Στηρίζεται και σε αυτό που έχει ήδη ζήσει.

Και έτσι το Κάθισμα και τα δύο πρώτα τροπάρια της Δ΄ Ωδής ενώνονται σε μία πολύ απλή αλλά δυνατή εικόνα:

Ο άνθρωπος μπορεί να κλονίζεται.

Μπορεί να αισθάνεται ότι πνίγεται.

Μπορεί ακόμη να αισθάνεται ότι καίγεται μέσα στις θλίψεις του.

Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο «κλονίζομαι» και στο «χάνομαι».

Ο άνθρωπος της προσευχής μπορεί να κλονίζεται χωρίς να χάνει το σημείο της καταφυγής του.

Γι' αυτό ίσως η πιο δυνατή φράση της σημερινής Παρακλήσεως είναι η πιο απλή:

«Κλονίζομαι, αλλά ξέρω πού να προστρέξω».

Dear brethren,

after the Third Ode, in both the Small and the Great Paraklesis, we hear the same Kathisma:

«A fervent intercessor, an unshakable wall, a fountain of mercy and a refuge for the world, we cry out to you with all our hearts: O Lady Theotokos, come quickly and deliver us from danger, for you are always ready to protect us.»

In just a few words, the Church gives us three powerful images of the Theotokos:

intercessor, wall, refuge.

And the first word helps us understand the others.

The Theotokos is our fervent intercessor.

Her protection is never understood apart from God. She is the Mother who intercedes before her Son for the world.

This is why we turn to her with the confidence of children who know that the Mother of Christ is not indifferent to human suffering.

And from this cry, we enter the Fourth Ode of the Great Paraklesis:

«Where else can I find help? Where can I take refuge? Where can I find salvation? What other loving helper can I have, as I am shaken by the sorrows and storms of this life? In you I place my hope, in you I find courage and confidence, and to your protection I run. Save me.»

Listen to the words of someone who has reached his limits:

“Where can I go?”
“Where can I find salvation?”
“Who will help me?”

And perhaps the strongest word is:
“I am shaken.”

He does not simply say, “I am sad.”

He says: I am shaken.

What is happening in my life has begun to shake the very foundations beneath me.

And yet, something very important is happening.

The person is shaken, but he is still praying.

He is not presented as fearless.

He does not say that because he believes in God, he never becomes afraid, never suffers, and never feels weak.

It is precisely in the middle of his struggle that he turns to the Theotokos and seeks her intercession and protection.

This is very different from a faith that pretends everything is fine.

True faith can say:

“I am shaken, but I am not walking away.”

And then comes the second hymn:

«I proclaim and magnify the sweet river of your mercy, which with its abundant gifts has refreshed my suffering and humble soul when it was burning in the furnace of troubles and sorrows. Once again, I run to your protection. Save me.»

Before, we had the image of the sea and the storm.

Now we have a furnace.

The image changes, but the suffering person is the same.

Sometimes we feel as though we are drowning.

At other times, as though we are burning.

And against the image of the furnace, the hymn places the image of a river:

“the sweet river of your mercy.”

The soul burns with sorrow and is refreshed by mercy.

And there is an important detail here.

The hymnographer is not speaking only about something he hopes will happen.

He says that this river has already refreshed his soul.

He remembers the help he has received.

And because he remembers what he has already experienced, he can say again in the middle of a new trial:

“I run to your protection.”

His hope is not based only on what he hopes may happen tomorrow.

It is also strengthened by what he has already experienced.

And so the Kathisma and these first two hymns of the Fourth Ode come together in one simple but powerful image:

A person may be shaken.

He may feel as though he is drowning.

He may even feel as though he is burning in the middle of his suffering.

But there is a difference between being shaken and being lost.

A person who prays can be shaken without losing sight of where to turn for refuge.

Perhaps this is the simplest and strongest message of today’s Paraklesis:

“I may be shaken, but I still know where to turn.”

Αδελφοί μου,με δύο πολύ δυνατά τροπάρια ολοκληρώνεται η Γ΄ Ωδή του Μικρού Παρακλητικού Κανόνα. Και τα δύο έχουν στο κέντ...
08/13/2026

Αδελφοί μου,

με δύο πολύ δυνατά τροπάρια ολοκληρώνεται η Γ΄ Ωδή του Μικρού Παρακλητικού Κανόνα. Και τα δύο έχουν στο κέντρο τους ένα πράγμα που όλοι αναζητούμε: τη βοήθεια του Θεού όταν ο άνθρωπος αισθάνεται την αδυναμία του.

«Εὐεργέτην τεκοῦσα, τὸν τῶν καλῶν αἴτιον, τῆς εὐεργεσίας τὸν πλοῦτον, πᾶσιν ἀνάβλυσον· πάντα γὰρ δύνασαι, ὡς δυνατὸν ἐν ἰσχύϊ, τὸν Χριστὸν κυήσασα, Θεομακάριστε.»

Μετάφραση:

Εσύ που γέννησες τον Ευεργέτη, Εκείνον που είναι η αιτία κάθε αγαθού, ανάβλυσε σε όλους μας τον πλούτο της ευεργεσίας· γιατί έχεις μεγάλη παρρησία, αφού γέννησες τον Χριστό, Εκείνον που είναι δυνατός κατά την ισχύ Του, Θεομακάριστη.

Ο ύμνος ξεκινά από τη Θεοτόκο, αλλά αμέσως στρέφει το βλέμμα μας στον Χριστό.

Τον ονομάζει:

«τὸν τῶν καλῶν αἴτιον».

Την αιτία κάθε αγαθού.

Εδώ βρίσκεται και το κλειδί για να καταλάβουμε σωστά ολόκληρο το τροπάριο.

Όταν η Εκκλησία ζητά από τη Θεοτόκο να μας χαρίσει την ευεργεσία της, δεν την παρουσιάζει ως μια δεύτερη πηγή χάριτος δίπλα στον Θεό. Η ίδια η πρόταση μάς λέει από πού προέρχεται το αγαθό: από τον Χριστό.

Εκείνη γέννησε τον Ευεργέτη.

Εκείνη έφερε στον κόσμο, κατά την ανθρώπινη φύση Του, Εκείνον που είναι η πηγή κάθε αγαθού.

Και γι' αυτό η Εκκλησία προστρέχει στην πρεσβεία της.

Ακόμη και η πολύ δυνατή φράση:

«πάντα γὰρ δύνασαι»

δεν σημαίνει ότι η Θεοτόκος είναι παντοδύναμη κατά φύση, όπως ο Θεός.

Το ίδιο το τροπάριο εξηγεί αμέσως το γιατί:

«ὡς δυνατὸν ἐν ἰσχύϊ, τὸν Χριστὸν κυήσασα».

Η δύναμή της βρίσκεται στην ιδιαίτερη σχέση της με τον Υιό της και στην παρρησία της προς Εκείνον.

Και τότε το τελευταίο τροπάριο γίνεται ακόμη πιο προσωπικό:

«Χαλεπαῖς ἀῤῥωστίαις, καὶ νοσεροῖς πάθεσιν, ἐξεταζομένῳ, Παρθένε, σύ μοι βοήθησον· τῶν ἰαμάτων γάρ, ἀνελλιπῆ σε γινώσκω, θησαυρόν, Πανάμωμε, τὸν ἀδαπάνητον.»

Μετάφραση:

Καθώς δοκιμάζομαι από βαριές ασθένειες και οδυνηρές παθήσεις, Παρθένε, βοήθησέ με· γιατί σε γνωρίζω, Πανάμωμε, ως ανεξάντλητο και αδαπάνητο θησαυρό ιαμάτων.

Εδώ ο υμνογράφος δεν μιλά θεωρητικά.

Μιλά ως άνθρωπος που πονά.

«ἐξεταζομένῳ».

Δοκιμάζομαι.

Υπάρχουν στιγμές που η ασθένεια δεν αγγίζει μόνο το σώμα. Κουράζει τον άνθρωπο, τον φοβίζει, τον κάνει να σκέφτεται διαφορετικά τη ζωή του, το αύριο, ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο.

Και μέσα σε αυτή την αδυναμία η Εκκλησία δεν του λέει ότι, αν έχει αρκετή πίστη, δεν θα αρρωστήσει.

Ούτε του υπόσχεται ότι κάθε προσευχή θα τελειώσει υποχρεωτικά με τη σωματική θεραπεία που εκείνος ζητά.

Του μαθαίνει όμως να μη μένει μόνος μέσα στον πόνο του.

Να στρέφεται προς τον Θεό.

Να ζητά τις πρεσβείες της Θεοτόκου.

Να ελπίζει.

Και όταν την ονομάζει «ἀνελλιπῆ θησαυρὸν τῶν ἰαμάτων», πάλι δεν την αποκόπτει από τον Χριστό. Μόλις στο προηγούμενο τροπάριο μάς είπε ποιος είναι «ὁ τῶν καλῶν αἴτιος»:

ο Χριστός.

Έτσι τα δύο τροπάρια πρέπει να διαβαστούν μαζί.

Το πρώτο μας δείχνει την πηγή κάθε αγαθού.

Το δεύτερο μας δείχνει τον άνθρωπο που έχει ανάγκη αυτού του αγαθού.

Από τη μία ο Χριστός, «ὁ τῶν καλῶν αἴτιος».

Από την άλλη ο άνθρωπος, «χαλεπαῖς ἀῤῥωστίαις… ἐξεταζόμενος».

Και ανάμεσά τους η Θεοτόκος, όχι για να πάρει τη θέση του Υιού της, αλλά ως Μητέρα που πρεσβεύει για τον άνθρωπο προς Εκείνον.

Ίσως γι' αυτό η Παράκληση είναι τόσο ανθρώπινη.

Δεν μας ζητά να προσποιηθούμε ότι είμαστε δυνατοί όταν πονάμε.

Μας επιτρέπει να πούμε:

«Δοκιμάζομαι. Πονάω. Χρειάζομαι βοήθεια.»

Αλλά δεν μας αφήνει εκεί.

Μας σηκώνει το βλέμμα προς Εκείνον που ο ίδιος ο ύμνος ονομάζει «τὸν τῶν καλῶν αἴτιον» τον Χριστό.

Dear brethren

the Third Ode of the Small Paraklesis comes to an end with two very powerful hymns. Both of them focus on something we all seek: God’s help when we come face to face with our own weakness.

You gave birth to the Benefactor, the One who is the source of every good thing. Pour out upon us all the richness of His blessings; for great is your intercession, O blessed Mother of God, for you gave birth to Christ, the One who is mighty in power.

The hymn begins with the Theotokos, but immediately turns our attention toward Christ.

It calls Him:

“the source of every good thing.”

This is the key to understanding the entire hymn correctly.

When the Church asks the Theotokos to pour out blessings upon us, it does not present her as another source of grace alongside God. The hymn itself tells us where every good thing comes from:

from Christ.

She gave birth to the Benefactor.

Through her, according to His human nature, the One who is the source of every good thing entered the world.

And this is why the Church turns to her intercession.

Even the very strong expression found in the original hymn, “for you can do all things,” does not mean that the Theotokos is almighty by nature as God is.

The hymn itself immediately explains why she has such great boldness:

because she gave birth to Christ, the One who is mighty in power.

Her strength is found in her unique relationship with her Son and in her great intercession before Him.

Then the final hymn becomes even more personal:

As I am being tested by severe illnesses and painful afflictions, O Virgin, come to my aid; for I know you, O most pure one, as an unfailing and inexhaustible treasury of healing.

Here the hymnographer is no longer speaking theoretically.

He speaks as someone who is suffering.

“I am being tested.”

There are times when illness does not affect only the body.

It exhausts us.

It frightens us.

It changes the way we think about our lives, about tomorrow, and sometimes even about death itself.

And in the middle of this weakness, the Church does not tell us that if our faith is strong enough, we will never become sick.

Nor does she promise that every prayer will necessarily end with the physical healing we ask for.

Instead, she teaches us not to remain alone in our suffering.

To turn toward God.

To seek the intercessions of the Theotokos.

To continue to hope.

And when the hymn calls her an “unfailing and inexhaustible treasury of healing,” once again it does not separate her from Christ.

The previous hymn has already told us who is “the source of every good thing.”

Christ.

And so these two hymns should be understood together.

The first shows us the source of every good thing.

The second shows us the person who desperately needs that goodness.

On one side stands Christ, “the source of every good thing.”

On the other stands the human person, suffering and being tested by illness.

And between them stands the Theotokos — not to take the place of her Son, but as a Mother who intercedes for us before Him.

Perhaps this is why the Paraklesis is so deeply human.

It does not ask us to pretend that we are strong when we are suffering.

It allows us to say:

“I am struggling. I am hurting. I need help.”

But it does not leave us there.

It lifts our eyes toward the One whom the hymn itself calls “the source of every good thing” — Christ.

Address

4500 Arbutus Street
Vancouver, BC
V6J4A2

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when St. George Vancouver posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Shortcuts

Share