05/07/2026
Δύο μεγάλες πυρκαγιές σε μια εβδομάδα στο ίδιο σχεδόν σημείο, στην περιοχή του Ωραιοκάστρου….
Άλλο ένα καλοκαίρι που ο ουρανός μαυρίζει, οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, οι πυροσβέστες παλεύουν εξαντλημένοι και ολόκληρες εκτάσεις γης παραδίδονται στις φλόγες.
Και μαζί με τις φωτιές, επιστρέφει και η ίδια παραστασούλα. Δηλώσεις, υποσχέσεις, τηλεοπτικά πλάνα, ευχές για «καλή δύναμη» και διαβεβαιώσεις ότι «όλα λειτούργησαν όπως έπρεπε». Μέχρι την επόμενη καταστροφή.
Τρία χρόνια μετά την Αλεξανδρούπολη του 2023, μετά τη μεγαλύτερη πυρκαγιά που γνώρισε η Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, αναρωτιόμαστε τι έχει πραγματικά αλλάξει; Πόσα δάση προστατεύτηκαν; Πόσες αντιπυρικές ζώνες δημιουργήθηκαν; Πόσοι δασικοί υπάλληλοι, πόσοι πυροσβέστες και πόσοι εργαζόμενοι στην πρόληψη προσλήφθηκαν μόνιμα; Πόσοι πόροι δόθηκαν στις τοπικές κοινωνίες ώστε να μπορούν να προστατεύσουν τον τόπο τους;
Η απάντηση βρίσκεται μπροστά μας. Κάθε καλοκαίρι ζούμε το ίδιο έργο. Γιατί το πρόβλημα είναι οι πολιτικές επιλογές των λίγων.
Για το κράτος, η πρόληψη σαφώς δεν αποτελεί προτεραιότητα. Η προστασία των δασών κοστίζει. Η διαχείριση των οικοσυστημάτων κοστίζει. Οι μόνιμες προσλήψεις κοστίζουν. Η ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών κοστίζει. Αντίθετα, πάντα βρίσκονται χρήματα για εξοπλισμούς, για επιδοτήσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και για έργα που εξυπηρετούν την κερδοφορία των λίγων.
Και κάθε φορά που μια περιοχή καίγεται, γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: ποιος πληρώνει το κόστος της καταστροφής και ποιος ωφελείται από την «επόμενη μέρα»;
Η ιστορία αυτού του τόπου είναι γεμάτη παραδείγματα όπου, μετά από μια μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή, ανοίγει η συζήτηση για αλλαγές στις χρήσεις γης, για μεγάλες τουριστικές επενδύσεις, για ενεργειακά έργα ή για νέες μορφές «αξιοποίησης». Είτε αυτές οι παρεμβάσεις υλοποιούνται είτε όχι, η καχυποψία της κοινωνίας έχει άπειρους λόγους να υπάρχει. Είναι αποτέλεσμα δεκαετιών όπου η φύση αντιμετωπίστηκε ως εμπόρευμα και όχι ως κοινό αγαθό.
Για κάθε δάσος που καίγεται, χάνεται δημόσιος φυσικός πλούτος, χάνονται ζώα, καταστρέφονται καλλιέργειες, απειλούνται σπίτια και διαλύονται ολόκληρες τοπικές κοινωνίες. Καταστρέφονται κόποι μιας ζωής και φυσικά στη χειρότερη χάνονται ζωές. Το κόστος το πληρώνουν οι κάτοικοι, οι εργαζόμενοι/εργάτες, οι αγρότες, όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν ή να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή. Και όταν η καταστροφή μετατρέπεται σε επιχειρηματική ευκαιρία, γίνεται ακόμη πιο εμφανές ότι σε αυτό το σύστημα ακόμη και οι στάχτες μπορούν να αποκτήσουν εμπορική αξία.
Όταν οι κάμερες σβήσουν, όταν τα τηλεοπτικά συνεργεία φύγουν και η επικαιρότητα βρει το επόμενο θέμα, απομένουν οι άνθρωποι. Εκείνοι που έχασαν τα σπίτια τους, τις καλλιέργειές τους, τα ζώα τους, τον τόπο τους. Εκείνοι που περιμένουν μήνες ή και χρόνια για αποζημιώσεις, αποκατάσταση και ουσιαστική στήριξη, ενώ πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να ξαναχτίσουν τη ζωή τους. Έτσι, μόλις η καταστροφή πάψει να αποτελεί είδηση, οι πληγέντες μένουν μόνοι απέναντι στα χρέη, την ανασφάλεια και την απώλεια. Γιατί για το κράτος η ευθύνη τελειώνει μαζί με τη δημοσιότητα.
Κάθε χρόνο ακούμε ότι φταίει αποκλειστικά η κλιματική κρίση. Η κλιματική κρίση είναι πραγματική. Όμως γίνεται άλλοθι όταν χρησιμοποιείται για να αποκρύψει δεκαετίες εγκατάλειψης, ιδιωτικοποιήσεων, αποψίλωσης των δημόσιων υπηρεσιών και πολιτικών που αντιμετωπίζουν τη φύση ως εμπόρευμα και όχι ως κοινό αγαθό.
Η ιστορία δείχνει ότι η καταστροφή δεν είναι ποτέ μόνο «φυσική». Είναι και πολιτική. Είναι αποτέλεσμα αποφάσεων, προτεραιοτήτων και ενός συστήματος που οργανώνεται γύρω από το κέρδος αντί για τις κοινωνικές ανάγκες. Ένα σύστημα που εμφανίζεται μόνο όταν είναι ώρα να καταστείλει, να επιβάλει πρόστιμα ή να ζητήσει «ατομική ευθύνη», αλλά απουσιάζει όταν χρειάζεται πρόληψη, φροντίδα και προστασία.
Δεν υπάρχουν «φυσικές» καταστροφές σε μια κοινωνία όπου η πρόληψη εγκαταλείπεται, η φύση εμπορευματοποιείται και η ανθρώπινη ζωή κοστολογείται με όρους κέρδους.
Το Ωραιόκαστρο είναι συνέχεια της Εύβοιας, του Ματιού, της Πάρνηθας, της Ρόδου, της Δαδιάς, της Αλεξανδρούπολης και δεκάδων ακόμη τόπων που θυσιάστηκαν στον ίδιο κύκλο εγκατάλειψης και διαχείρισης της καταστροφής.
Οι στάχτες είναι το αποτύπωμα ενός συστήματος που προστατεύει την ιδιοκτησία περισσότερο από τη ζωή, το κέρδος περισσότερο από τη φύση και την εξουσία περισσότερο από τις κοινωνίες. Όσο αυτό το σύστημα παραμένει όρθιο, κάθε καλοκαίρι θα μετράμε τα ίδια αποκαΐδια, θα ακούμε τις ίδιες δικαιολογίες και θα θρηνούμε τις ίδιες απώλειες.
Δεν έχουμε ανάγκη από περισσότερα επικοινωνιακά σόου και υποσχέσεις. Έχουμε ανάγκη από κοινωνίες που οργανώνονται από τα κάτω, από δίκτυα αλληλεγγύης, από ισχυρές τοπικές κοινότητες, από ανθρώπους που υπερασπίζονται συλλογικά τη γη και τη ζωή τους απέναντι σε ένα μοντέλο που θεωρεί αναλώσιμα και τα δάση και τους ανθρώπους.
112 σε ευχαριστούμε.