Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός

  • Home
  • Cyprus
  • Nicosia
  • Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός

Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός Η αγάπη δεν είναι λόγια. Ειναι πράξη ωφέλιμη. Ζει με αμοιβαία ενσυναίσθηση, αφοσίωση και αλληλεγγύη.

1) Συγγραφή βιβλίων (και διδασκαλία - είτε διά ζωσης είτε και εξ αποστάσεως) Νέων Ελληνικών, Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και Ιστορίας τόσο για το Λύκειο και τις Παγκύπριες όσο και για τις εξετάσεις των Ελλήνων Ομογενών που ζουν στην Κύπρο και εκτός Κύπρου.

- Διδασκαλία Νέων Ελληνικών για την Α΄, τη Β΄ και τη Γ΄ Λυκείου και τις Παγκύπριες είτε διά ζώσης είτε και εξ αποστάσεως.

- Διδασκα

λία Ιστορίας για τη Γ΄ Λυκείου και τις Παγκύπριες (διά ζώσης είτε και εξ αποστάσεως)

4) Παράλληλη και αποτελεσματική διδασκαλία και προετοιμασία Ελλήνων ομογενών από την Α΄ ή και τη Β΄ ή και τη Γ΄ Λυκείου, αλλά και εντατικά προπαρασκευαστικά μαθήματα Νεοελληνικής Γλώσσας & Λογοτεχνίας για Έλληνες Ομογενείς και μετά το Λύκειο (τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο - δύο ώρες κάθε μέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα) είτε διά ζώσης είτε και εξαποστάσεως.

02/06/2026

ΣΤΗΝ ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
----------------------------------------
Μας άλλαξαν πάλι τον χάρτη.
Η οδός που ξέραμε βούλιαξε στη βροχή,
το λεωφορείο γύρισε πίσω,
οι ειδήσεις έσταζαν σκόνη από τις οθόνες.

Κι όμως η μητέρα άνοιξε το παράθυρο,
άπλωσε στο τραπέζι ψωμί, αλάτι, ένα ποτήρι νερό.
«Εδώ», είπε, «θα μάθουμε τον άνεμο».

Ο αδελφός μου έδεσε με σπάγκο τα βιβλία,
μην τα πάρει ο φόβος.
Κάτω στην αυλή τα παιδιά τής γειτονιάς φύτεψαν
σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί βασιλικό.

Κανείς δεν είπε τη λέξη ευτυχία.
Μόνο η γιαγιά μας, κοιτώντας τον ουρανό,
χαμογέλασε σαν να θυμήθηκε
ότι το σπίτι δεν είναι τα ντουβάρια,
είναι το φως που κρατάμε στην ψυχή
όταν μετακινούνται οι τοίχοι.

Το βράδυ, μέσα στην άγνωστη πόλη,
κοιμηθήκαμε κοντά-κοντά,
η μια ανάσα δίπλα στην άλλη
κι η καρδιά μας, μικρή πυξίδα,
δεν έδειχνε το βορρά,
μα το χέρι που μας κρατούσε.

Κ. Κ. - 2/6/26

@ακόλουθοι

@κορυφαίοι θαυμαστές

26/05/2026

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΕΞΗΝΤΑ

Δεν τον έλεγαν Θήτα στ’ αλήθεια. Ήταν παρατσούκλι από τα παλιά, από τότε που οι παρέες είχαν ακόμη τον καιρό να βαφτίζουν τους ανθρώπους δεύτερη φορά. Του ταίριαζε. Λιγομίλητος, στεγνός στο πρόσωπο, με πλατιά χέρια και βλέμμα που περισσότερο ζύγιζε παρά ζητούσε, έμοιαζε με άνθρωπο που έμαθε να αντέχει χωρίς να διαμαρτύρεται.

Η βασική του δουλειά ήταν οι πωλήσεις. Χρόνια ολόκληρα γύριζε πόλεις και χωριά με το αυτοκίνητο γεμάτο δείγματα, σημειωματάρια, τιμολόγια, τηλέφωνα πελατών, υποσχέσεις και άγχος. Δεν έγινε πλούσιος. Κατάφερε όμως να έχει τη ζωή του όπως την ήθελε, με λίγα και ουσιώδη. Και κάποτε, ψηλά στο βουνό έφτιαξε και σπίτι.

Ήταν ένα σπίτι με πέτρα, χώμα, δέντρα και αέρα. Τέσσερα στρέμματα γης, λεμονιές, ροδιές, συκιές, κοτέτσι, αποθήκες, πεζούλια και μια ατελείωτη περίφραξη που παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Κάθε πέτρα είχε περάσει από τα χέρια του. Κάθε δέντρο το είχε φυτέψει ο ίδιος. Όταν καθόταν στην αυλή και έπινε καφέ, δεν κοιτούσε περιουσία. Κοιτούσε τον κόπο του να έχει πάρει μορφή.

Πριν όμως γίνει πωλητής, ο Θήτα ήτανε χαρισματικός δάσκαλος χορού. Στη Λάρνακα, πριν είκοσι χρόνια, είχε μια μικρή σχολή (με παραρτήματα σε όλη την Κύπρο). Όχι μεγάλη, όχι πολυτελή. Μια αίθουσα με καθρέφτες, ξύλινο πάτωμα, παλιό στερεοφωνικό και αφίσες ξεθωριασμένες από τον ήλιο. Εκεί δίδασκε βαλς, ταγκό, τσα τσα τσα, ρούμπα, σάλσα και τα συναφή λάτιν σε ανθρώπους που έρχονταν κουρασμένοι από τη δουλειά και ήθελαν για μια ώρα να γίνουν ελαφρύτεροι.

Εκεί γνώρισε την Εστέλλα.

Ήταν τότε είκοσι χρόνια νεότερή του, όμορφη με τρόπο αβίαστο, από εκείνες τις γυναίκες που μπαίνουν σε έναν χώρο και ο χώρος το νιώθει. Είχε έρθει για μαθήματα χορού με μια φίλη της, αλλά ύστερα από λίγες εβδομάδες, δεν ερχόταν πια μόνο για τον χορό.

Ο γάμος τους άρχισε με μουσική. Αυτό ο Θήτα δεν το ξέχασε ποτέ. Ακόμη και αργότερα, όταν η ζωή τους βάρυνε, όταν η σχολή έκλεισε και οι πωλήσεις έγιναν η σταθερή του δουλειά, όταν τα βήματα αντικαταστάθηκαν από τιμολόγια και διαδρομές, εκείνος πίστευε πως κάτω από όλα υπήρχε ακόμη εκείνος ο πρώτος ρυθμός. Πίστευε πως ο γάμος, άμα κρατήσει, ριζώνει.

Ύστερα ήρθε η πανδημία.

Η Εστέλλα άλλαζε σιγά σιγά, σταθερά και αμείωτα και όταν ο Θήτα το κατάλαβε, ήτανε πια αργά. Στην αρχή άναβε ένα κερί παραπάνω, έλεγε φωναχτά μια προσευχή το βράδυ, και συχνά αναμασούσε λίγες κουβέντες για φόβο και σωτηρία. Ύστερα το λιβάνι άναβε πρωί και βράδυ. Εικόνες μπήκαν στο σαλόνι, στην κουζίνα, στο υπνοδωμάτιο. Βιβλία με βίους Αγίων γέμισαν τα τραπέζια και τα ράφια. Το σπίτι που κάποτε μύριζε χώμα, ψωμί και καφέ άρχισε να μυρίζει μόνιμα κερί.

«Εγώ γυναίκα παντρεύτηκα, όχι μοναστήρι», της είπε ένα βράδυ.

Η Εστέλλα τον κοίταξε σαν να είχε κάνει αμαρτία.

Πήγαν σε ψυχολόγο. Πήγαν και στον πνευματικό της και ο Θήτα, μόνο και μόνο για να πει στον εαυτό του ότι προσπάθησε. Ο παπάς άκουσε και σώπασε. Η ψυχολόγος τής τα είπε νέτα σκέτα: το κοινό σπίτι δεν μπορεί να αλλάζει μορφή επειδή ο ένας από τους δύο αποφάσισε να ζήσει αλλιώς.

Η Εστέλλα άκουγε, μα δεν άκουγε. Κάποιοι άνθρωποι, όταν φύγουν από μέσα τους, μένουν ακόμη στο δωμάτιο. Αυτό τους κάνει πιο δύσκολους να τους αποχαιρετήσεις.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Θήτα της ζήτησε να χωρίσουν. Όχι με καβγάδες. Όχι με εκδικητική διάθεση, απλώς να πάρει ο καθένας το μερίδιό του και να προχωρήσει.

Τότε έμαθε πόσο λίγο ζυγίζει ο κόπος όταν δεν είναι γραμμένος σε χαρτί.

Το σπίτι ήταν στο όνομα της Εστέλλας. Εκείνη πήγε σε δικηγόρο. Με ασφαλιστικά μέτρα ο Θήτα βρέθηκε έξω από την πόρτα που είχε τοποθετήσει ο ίδιος. Πήρε λίγα ρούχα, δυο φωτογραφίες, μερικά εργαλεία κι ένα ζευγάρι παπούτσια με ξεραμένη λάσπη από το κτήμα.

Στην Πάφο νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα. Δυο δωμάτια, στενό μπαλκόνι, θέα σε δρόμο με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Καμία λεμονιά. Καμία ροδιά. Κανένα χώμα που να τον ξέρει.

Το χειρότερο δεν ήταν μόνο το σπίτι. Η Εστέλλα είχε κρατήσει και τα τετράδια της δουλειάς του, εκείνα με τους πελάτες, τα τηλέφωνα, τις παραγγελίες, τις μικρές ιδιοτροπίες του καθενός. Για έναν πωλητή αυτά δεν είναι απλές σημειώσεις. Είναι μνήμη. Χωρίς αυτά, ο Θήτα έπρεπε να ξαναρχίσει σαν άνθρωπος που ξυπνά και δεν θυμάται πού ζούσε.

Έναν χρόνο τον πέρασε δύσκολα. Δικαστήρια, αναβολές, δικηγόροι, μέρες με λίγα χρήματα, νύχτες χωρίς ύπνο. Κυκλοφορούσε μέσα στο μικρό διαμέρισμα σαν να ψάχνει κάτι χαμένο. Άνοιγε ντουλάπια χωρίς λόγο. Τακτοποιούσε εργαλεία που δεν είχε τι να τα κάνει και συχνά έβαζε τα παλιά κλειδιά πάνω στο τραπέζι, και τα κοιτούσε με τις ώρες, περιμένοντας κάτι να του πουν ή να τον παρηγορήσουν.

Οι άντρες σαν τον Θήτα δεν καταρρέουν θεατρικά. Καταρρέουν πρακτικά. Ξεχνούν να φάνε. Αργούν να ξυριστούν. Κρατούν αποδείξεις σε φακέλους και τις κοιτούν σαν να περιέχουν δικαιοσύνη. Και ο Θήτα ένιωθες πως συνεχώς βρισκόταν στα πρόθυρα τής κατάρρευσης.

Ώσπου ένα πρωί, εκεί που σκάλιζε τα πράγματά του, βρήκε ένα καινούργιο τετράδιο με μαύρο εξώφυλλο. Τότε, λες και τον χτύπησε ηλεκτρισμός, πετάχτηκε πάνω, έγραψε με κεφαλαία γράμματα τη φράση ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, έκανε ένα γενναίο μπάνιο και βγήκε έξω, στη αγορά, να συμμαζέψει τα κομμάτια τής δουλειάς του που είχαν φυλλορροήσει.

Ξανάρχισε να βρίσκει πελάτες. Έναν, μετά άλλον, μετά τρίτον. Και επειδή οι πωλήσεις δεν έφταναν, αλλά και επειδή η μοναξιά είχε αρχίσει να τον τρώει από μέσα, γύρισε στο παλιό του επάγγελμα. Στον χορό.

Δεν ξανάνοιξε τη σχολή της Λάρνακας. Εκείνη ανήκε σε άλλη ζωή. Νοίκιασε όμως ώρες σε μια αίθουσα στην Πάφο και άρχισε απογευματινά μαθήματα. Λίγα ζευγάρια, μερικές γυναίκες μόνες, δυο-τρεις άντρες που ήρθαν από περιέργεια και έμειναν από ντροπή. Ο Θήτα στεκόταν μπροστά τους, έβαζε μουσική και μετρούσε.

«Ένα, δύο, τρία. Μην κοιτάτε τα πόδια σας. Το σώμα θυμάται καλύτερα από το μυαλό».

Η συνομήλική του Τζώρτζια ήρθε στο μάθημα ένα απόγευμα Τρίτης. Ήταν διευθύντρια σε σχολείο τής Λεμεσού. Είχε φωτεινό πρόσωπο, μαλλιά βαμμένα χωρίς αγωνία και μάτια που πρόσεχαν τους άλλους πριν εκείνοι μιλήσουν. Δεν μπήκε στην αίθουσα για να φανεί. Μπήκε σαν άνθρωπος που ζητά λίγη χαρά χωρίς να θέλει να τη χρωστά.

«Έχω να χορέψω χρόνια», του είπε.

«Τότε είστε η καλύτερη μαθήτρια», απάντησε ο Θήτα.

«Γιατί;»

«Γιατί δεν έχετε ακόμη κακές συνήθειες. Ή τουλάχιστον δεν τις θυμάστε».

Εκείνη γέλασε. Το γέλιο της δεν ήταν νεανικό. Ήταν καλύτερο. Είχε περάσει από χρόνια και δεν είχε χαλάσει.

Η Τζώρτζια δεν είχε δικά της παιδιά. Είχε όμως μεγαλώσει σχεδόν σαν μάνα τα τρία παιδιά της αδελφής της. Ο μεγάλος ήταν είκοσι, η μεσαία στην εφηβεία, το μικρό οκτώ. Τα σπίτια τους στη Λεμεσό ήταν δίπλα δίπλα, σχεδόν ενωμένα. Τα παιδιά περνούσαν στην αυλή της όπως περνά κανείς στο σπίτι του. Η αδελφή της την αγαπούσε, αλλά την είχε δεδομένη. Το σχολείο επίσης. Όλοι ήξεραν πως η Τζώρτζια θα αναλάβει, θα βοηθήσει, θα τρέξει, θα διορθώσει, θα προλάβει.

Στην αρχή, ο Θήτα την έβλεπε όπως έβλεπε όλους τους μαθητές του. Της έδειχνε το ρυθμό, της διόρθωνε τη στροφή, της έλεγε να μην αγνοεί τη μουσική. Εκείνη μάθαινε γρήγορα, όχι επειδή ήταν φυσικό ταλέντο, αλλά επειδή ήξερε να ακούει.

Σύντομα, άρχισαν να κρυφομιλούν μετά το μάθημα. Πρώτα για τον χορό. Μετά για το σχολείο της. Μετά για τις πωλήσεις του. Μετά για το σπίτι στο βουνό.

Ο Θήτα της μίλησε για την Εστέλλα όχι με μίσος, αλλά με πένθος. Της είπε πως την είχε γνωρίσει κι εκείνη κάποτε μέσα σε αίθουσα χορού, στη Λάρνακα, όταν όλα έμοιαζαν ακόμη ανοιχτά. Της είπε πως με την Εστέλλα ο χορός είχε γίνει γάμος, και πως ο γάμος, χρόνια μετά, είχε γίνει δικαστήριο.

Η Τζώρτζια δεν βιάστηκε να τον παρηγορήσει.

«Δεν έχασες μόνο σπίτι», του είπε μια νύχτα.

«Τι έχασα;»

«σα να σε εξόρισαν από την πατρίδα».

Ο Θήτα σώπασε. Κανείς δεν του το είχε πει έτσι.

Από τότε άρχισε να την περιμένει. Να κοιτάζει την πόρτα της αίθουσας λίγο πριν αρχίσει το μάθημα. Να διαλέγει προσεκτικά τη μουσική. Να φορά καθαρό πουκάμισο. Να σκουπίζει το πάτωμα με όρεξη, λες και η αίθουσα ήταν ξανά ένα σπίτι που μπορούσε να του ανήκει.

Όταν κατάλαβε πως την αγαπούσε, τρόμαξε.

Στα νιάτα του, ο έρωτας είχε έρθει μαζί με ρυθμό, φώτα, καθρέφτες και σώματα που δεν ήξεραν ακόμη τι θα χάσουν. Τώρα ερχόταν με δικαστήρια, παλιά κλειδιά, παιδιά άλλων, σχολικές υποχρεώσεις, πληγές, φόβους. Στα εξήντα-κάτι, κανείς δεν μπαίνει στον έρωτα άδειος. Μπαίνει φορτωμένος. Και το ερώτημα δεν είναι μόνο αν αγαπά. Είναι αν ο έρωτάς του χωρά ανάμεσα στις υποχρεώσεις.

Το βράδυ μιας Πέμπτης, ο Θήτα αρρώστησε. Πυρετός, βήχας, αδυναμία. Τίποτε σπουδαίο για τους άλλους, μα αρκετό για έναν άνθρωπο που κρατιόταν όρθιος από πείσμα. Η Τζώρτζια ήρθε από τη Λεμεσό το Σάββατο πρωί με σούπα, λεμόνια, μέλι, θερμόμετρο και καθαρά σεντόνια. Του άλλαξε μαξιλαροθήκες, του έβαλε νερό δίπλα στο κρεβάτι, άνοιξε λίγο το παράθυρο.

Έμεινε μαζί του όλο το Σαββατοκύριακο. Την Κυριακή, και ενώ ο πυρετός δεν έλεγε να πέσει, μάζεψε τα πράγματά της.

Ο Θήτα την είδε.

«Φεύγεις;»

«Πρέπει».

«Τα παιδιά;»

«Και το σχολείο. Η μικρή έχει διαγώνισμα. Το μικρό πρέπει να πάει αγγλικά. Έχω και κάτι χαρτιά για αύριο».

Η κουβέντα έμεινε ανάμεσά τους βαριά. Εκείνη έφυγε. Ο Θήτα πέρασε το βράδυ άγρυπνος, όχι από τον πυρετό αλλά από τη σκέψη πως είχε αγαπήσει μια γυναίκα αλλά η σχέση τους δεν χωρούσε στη ζωή της.

Την άλλη μέρα μίλησαν στο τηλέφωνο.

«Δεν θέλω να είμαι το διάλειμμά σου», της είπε.

Η Τζώρτζια δεν απάντησε αμέσως.

«Έχεις δίκιο», είπε τελικά. «Μόνο που δεν ξέρω πώς να πάρω πίσω τη ζωή μου χωρίς να νιώσω πως εγκαταλείπω όλους αυτούς που με χρειάζονται».

«Και η σχέση μας σε χρειάζεται».

«Συμφωνώ».

«Δεν αρκεί».

«Ξέρω ότι είσαι ο άντρας που αγαπώ».

Η φράση τον ησύχασε και τον πόνεσε μαζί.

Η Τζώρτζια άρχισε τότε τις μικρές ανταρσίες της. Μια Τετάρτη είπε στην αδελφή της πως δεν θα πάει. Όχι πως δεν μπορεί. Πως δεν θα πάει. Στο σχολείο αρνήθηκε μια επιτροπή που όλοι θεωρούσαν δική της. Έκλεισε το κινητό μετά τις οκτώ και ένιωσε σαν να είχε κάνει έγκλημα. Το μικρό διάβασε μόνο του και έκανε λάθη. Η μεσαία θύμωσε. Η αδελφή της παραπονέθηκε. Ο κόσμος όμως δεν γκρεμίστηκε.

Ο Θήτα, από τη δική του πλευρά, έπρεπε να μάθει κάτι εξίσου δύσκολο: να μην κάνει την Τζώρτζια να πληρώσει για την Εστέλλα. Η Εστέλλα είχε έρθει στη ζωή του μέσα από τον χορό και είχε φύγει από τον γάμο τους ενώ έμενε ακόμη στο σπίτι. Η Τζώρτζια ερχόταν επίσης μέσα από τον χορό, αλλά δεν ήταν η ίδια ιστορία. Έφευγε συχνά, ναι. Όμως προσπαθούσε να επιστρέφει.

Η διαφορά ήταν λεπτή. Και οι πληγωμένοι άνθρωποι δυσκολεύονται στις λεπτές διαφορές.

Στο μεταξύ, η υπόθεση του σπιτιού συνεχιζόταν. Μάρτυρες, φωτογραφίες, αποδείξεις, αναβολές. Μια μέρα, έξω από το δικαστήριο, ο Θήτα είδε την Εστέλλα. Φορούσε μαύρα και κρατούσε κομποσκοίνι. Έδειχνε πιο αδύνατη, όχι δυστυχισμένη ακριβώς· μάλλον σαν άνθρωπος που κατοικεί κάπου μακριά από τους άλλους.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε.

Ο Θήτα την κοίταξε. Θυμήθηκε τη σχολή στη Λάρνακα. Την πρώτη της στροφή. Το γέλιο της στον καθρέφτη. Τη μέρα που την ερωτεύτηκε. Ύστερα θυμήθηκε τα κλειδιά, τα δέντρα, τα τετράδια, τα βράδια στο μικρό διαμέρισμα.

Χάθηκε μέσα σε όλα αυτά και δεν απάντησε.

«Προσεύχομαι για σένα», επέμενε εκείνη.

«Μην προσεύχεσαι μόνο», της είπε. «Πες και την αλήθεια στο δικαστήριο. Πώς μπορείς να προσεύχεσαι μέρα νύχτα και εδώ στο δικαστήριο να ορκίζεσαι και να λες αδιανόητα ψέματα, ότι τάχα το σπίτι το έφτιαξες εσύ μόνη σου;».

Η Εστέλλα χαμήλωσε τα μάτια.

Δεν έγινε θαύμα. Η Εστέλλα πάλι επανέλαβε τα ίδια ψέματατα, όπως και ο δικηγόρος της. Τα δικαστήρια δεν δίνουν θαύματα. Δίνουν ημερομηνίες. Μα εκείνη τη μέρα ο Θήτα γύρισε στην Πάφο ελαφρύτερος. Κατάλαβε πως δεν ήθελε πια να επιστρέψει στη ζωή που είχε μέσα στο παλιό σπίτι. Ήθελε δικαιοσύνη, όχι επιστροφή. Ήθελε να μη σβηστεί ο κόπος του, όχι να ξαναμπεί σε έναν τόπο όπου είχε ήδη πεθάνει κάτι.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στη μικρή γιορτή των μαθημάτων χορού, ο Θήτα χόρεψε με την Τζώρτζια μπροστά στους μαθητές του. Δεν ήταν παράσταση μεγάλη. Χόρευαν προσεκτικά, σαν άνθρωποι που ήξεραν πως κάθε βήμα θέλει τη σοφία του.

Κάποια στιγμή εκείνη βγήκε από την πίστα και έψαξε το κινητό της. Το βρήκε, κοίταξε την οθόνη, δίστασε. Ύστερα το έκλεισε και το έβαλε πάλι στην τσάντα.

Ο Θήτα το είδε.

Δεν είπε τίποτε. Μόνο της άπλωσε το χέρι.

Η Τζώρτζια γύρισε κοντά του.

Η μουσική ξανάρχισε. Ο Θήτα την κράτησε από τη μέση, όχι όπως κρατά κανείς κάτι που του ανήκει, αλλά όπως κρατά κάτι που του εμπιστεύτηκαν. Για μια στιγμή, μέσα στην αίθουσα, ο χρόνος μπερδεύτηκε. Η Λάρνακα πριν είκοσι χρόνια, η Εστέλλα στον καθρέφτη, το σπίτι στο βουνό, τα δικαστήρια, το μικρό διαμέρισμα, η Τζώρτζια με τα χαρτιά του σχολείου, όλα πέρασαν από μέσα του σαν παλιά μουσική.

Μα το χέρι που κρατούσε τώρα ήταν άλλο.

Ο γάμος τους συνεχώς αναβαλλόταν. Η δίκη δεν είχε τελειώσει. Τα παιδιά της αδελφής της εξακολουθούσαν να τη ζητούν. Το σχολείο εξακολουθούσε να τη βαραίνει. Οι πωλήσεις δεν έδιναν πάντα ό,τι ήλπιζε ο Θήτα. Τα μαθήματα χορού έδιναν κάποια χρήματα, πολλή αξιοπρέπεια και αρκετή επαφή με τον κόσμο.

Ο Θήτα εξακολουθούσε πότε πότε να φοβάται πως ό,τι αγαπά θα του το πάρουν. Η Τζώρτζια εξακολουθούσε να λέει περισσότερα "ναι" απ’ όσα άντεχε. Βλέπετε, ο έρωτας στα εξήντα δεν ήταν για αυτούς επιστροφή στη νεότητα. Δεν ήταν η παλιά σχολή της Λάρνακας, ούτε το πρώτο γέλιο της Εστέλλας, ούτε η ψευδαίσθηση πως η ζωή αρχίζει χωρίς λογαριασμούς.

Ήταν κάτι πιο ταπεινό και πιο δύσκολο.

Ήταν ένας άντρας που είχε χάσει το σπίτι του και ξαναμάθαινε να πατά στη γη χωρίς να υποφέρει. Ήταν μια γυναίκα που είχε μοιράσει τη ζωή της στους άλλους και ξαναμάθαινε να κρατά ένα μέρος για τον εαυτό της. Ήταν δυο άνθρωποι που πλησίαζαν το γήρας με ψυχές νεανικές και ερωτευμένες, διεκδικώντας μια θέση στον ήλιο τής ζωής, λίγο πριν το "στερνό το ξεψύχισμα δειλινού μυρωμένου".

Με αγάπη,
Κώστας Καλλίμαχος

ΥΓ. Το αφιερώνω στον αδελφό μου Θεόφιλο (Θήτα).

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

24/05/2026

Σατιρικό σχόλιο για τα αποτελέσματα των εκλογών με τίτλο: ΔΕΝ ΧΑΡΙΖΟΜΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

1) Φίλες και φίλοι, ο Δημοκρατικός Συναγερμός θα συνεχίσει περήφανα να εξυπηρετεί τα κυπριακά "τζάκια" και τα μεγαλοσυμφέροντα, εξασφαλίζοντας όμως και διορισμούς στους παρακατιανούς υποστηριχτές του και προαγωγές στους εκλεκτούς του. Χειροκροτήστε τον!!!

2) Το ΑΚΕΛ δεν έχασε δυνάμεις, άρα θα συνεχίσει τον... περήφανο αντικαπιταλιστικό του αγώνα, εξαιρώντας όμως τις κομματικές επιχειρήσεις του (όπου ο κοσμάκης δουλεύει για ψίχουλα) και προσπαθώντας να μάταια να ξεχάσει πώς έπεσε το καράβι στα βράχια, εκείνο το θανατηφόρο καλοκαίρι και το μοιραίο 12. Χειροκροτήστε τους!!!

3) Το ΕΛΑΜ δυνάμωσε, απόδειξη ότι η εθνικιστική ακροδεξιά είναι έτοιμη να επιχειρήσει κι άλλο περήφανο πραξικόπημα ώστε να μετακινήσει, επίσης περήφανα, την γραμμή αντιπαράταξης, στην... Πάφο. Χειροκροτήστε τους!!!

4) Το ΔΗΚΟ, ως κατεξοχήν οικογενειακή... επιχείρηση με ωραίο απολιθωμένο χαμόγελο, θα συνεχίσει περήφανα να αντιγράφει το Δημοκρατικό Συναγερμό, εξυπηρετώντας εαυτόν και ημετέρους, πάντα κάτω από τη φωτογραφία του Εθνάρχη. Χειροκροτήστε την οικογένεια παπατέτοιου!!! Τους... αξίζει!!!

5) Η ΕΔΕΚ απογειώθηκε με... πάταγο στον απόηχο τής σκανδαλολογίας που χρεώθηκε ο πρώην αρχηγός της που την παρέσυρε στο... ρέμα. Αποχαιρετήστε την με φάσκελα!!!

5) Η... ΑΜΑΙΣΥ ΔΙΜΩΚΡΑΤΕΙΑ είναι πλέον... παίχτης και για χάρη της θα καθιερωθεί εντός τής Βουλής, ειδική παιδική ζώνη με κινούμενα σχέδια, τραγουδάκια νηπιαγωγείου και εξοπλισμό παιδικής χαράς στο ρυθμό τού: τα περάσαμε όμορφα - όμορφα - όμορφα!!! Καρδούλες!!!

6) Ο Οδυσσέας κατάφερε να μπει στη Βουλή, αφού πρώτα καθαιρέθηκε ατιμωτικά. Ελπίζει να πάρει την.. εκδίκησή του, με περισσότερη φλυαρία και λαϊκισμό, κατηγορώντας τούς πάντες για διαφθορά, ακόμη και τον... εαυτό του! Χειροκροτήστε τον!!!

7) Δυστυχώς ο δημοσιογράφος που εκμεταλλεύτηκε τη Σάντη δεν κατάφερε να κερδίσει το... κοινό, και θα πρέπει να φανταστεί νέα σενάρια επιστημονικής, κυπριακής φαντασίας (με εξωγήινους και πολύ σεξ) για τις ερχόμενες εκλογές. Μην τους χειροκροτήσετε!!!

😎 Είμαι και εγώ εδώ, κυρίες και κύριοι, για να βλέπω τα στραβά τής Βουλής και όχι για να χειροκροτώ!

Εσείς όμως μπορείτε να με... χειροκροτάτε άφοβα!
Σας δίνω την... άδεια!!!

Σας ευχαριστώ πολύ που με... εκλέξατε!
Καληνύχτα σας!

ΥΓ. Και μην ξεχνάτε: το χιούμορ βγήκε από την... κόλαση! Εμπρός τής γής οι... κολασμένοι...

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

20/05/2026

Γιατί χάθηκε ο Στυλιανός;

Ο Στυλιανός χάθηκε πρώτα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, εκεί όπου ένα παιδί θα έπρεπε να βρίσκει ασφάλεια. Όμως όταν ένα παιδί δεν προστατεύεται από το σπίτι του, τότε οφείλει να το προστατεύσει το κράτος. Οι κοινωνικές υπηρεσίες, το σχολείο, η Αστυνομία, οι θεσμοί. Στην περίπτωσή του, όμως, ο μηχανισμός δεν λειτούργησε ως προστασία. Λειτούργησε ως φάκελος, ως σημείωση, ως καταχώρηση, ως αναμονή.

Και όσο οι υπηρεσίες «αξιολογούσαν», ο Στυλιανός ζούσε μέσα στον φόβο τον τρόμο, τη φρίκη και τον πόνο!!! Όσο οι αρμοδιότητες μοιράζονταν, το παιδί έμενε μονο, κατάμονο!!!

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα: η γραφειοκρατία ως νοοτροπία. Η νοοτροπία που μετατρέπει τον άνθρωπο σε υπόθεση, τον πόνο σε χαρτί, την κραυγή σε πρωτόκολλο και την ευθύνη σε αρμοδιότητα κάποιου άλλου. Όταν πολλοί γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν αναλαμβάνει, η γνώση δεν σώζει. Γίνεται συνενοχή της αδράνειας.

Οι αναφορές για πιθανές ευθύνες μελών της Αστυνομίας, οι καταγγελίες που φέρονται να υπήρχαν, τα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα, κάνουν την υπόθεση ακόμη πιο βαριά. Χωρίς να προτρέχουμε σε δικαστικά συμπεράσματα, και με σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας, η κοινωνία έχει δικαίωμα να ρωτήσει: όταν ένα παιδί ήταν γνωστό στις υπηρεσίες, ποιος είχε τελικά την ευθύνη να το προστατεύσει;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «κανείς». Γιατί όταν η απάντηση είναι «κανείς», τότε το κράτος δεν προστατεύει. Απλώς καταγράφει.

Ο Στυλιανός χάθηκε επειδή η διαδικασία νίκησε την ευθύνη. Επειδή το σύστημα είδε τα σημάδια, αλλά δεν άκουσε την κραυγή. Επειδή πολλοί είχαν ένα κομμάτι της εικόνας, αλλά κανείς δεν ανέλαβε να δει ολόκληρο το παιδί.

Και το πιο τρομακτικό είναι πως τέτοιες υποθέσεις δεν χάνονται μόνο τη μέρα της τραγωδίας. Χάνονται χρόνια πριν. Την πρώτη φορά που μια καταγγελία δεν ερευνάται σωστά. Την πρώτη φορά που ένα παιδί μιλά και δεν το ακούν. Την πρώτη φορά που ένας λειτουργός σημειώνει το πρόβλημα αλλά δεν παρεμβαίνει. Την πρώτη φορά που η αρμοδιότητα γίνεται άλλοθι.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί χάθηκε ο Στυλιανός. Είναι πόσοι άλλοι Στυλιανοί υπάρχουν μέσα σε φακέλους. Πόσα παιδιά είναι γνωστά στις υπηρεσίες αλλά αόρατα στην πράξη. Πόσοι καταγράφουν, αλλά δεν προστατεύουν.

Ο Στυλιανός δεν χάθηκε επειδή δεν υπήρχαν υπηρεσίες. Χάθηκε επειδή οι υπηρεσίες υπήρχαν, αλλά δεν στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους.

Το χειρότερό όμως είναι, ότι όλοι οι υπαίτιοι θα πέσουν στα "μαλακά" ή θα... αθωωθούν ή θα εισπράξουν γελοίες ποινές.

Και ξέρετε γιατί; Επειδή η γραφειοκρατία προστατεύει τα... «παιδιά της» και όχι παιδιά σαν τον Στυλιανό.

Οπως λέει κι ο λαός: κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει .

Αυτή είναι η αλήθεια.

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΌταν έχεις ένα παιδί σαν τη Μαρία Φωτεινή, με βαριά χρόνια ασθένεια, τίποτε δεν είναι απλό.Τελε...
18/05/2026

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕ

Όταν έχεις ένα παιδί σαν τη Μαρία Φωτεινή, με βαριά χρόνια ασθένεια, τίποτε δεν είναι απλό.

Τελευταία, αρρώστησα: διάρροια και αναγούλες. Γαστρεντερίτιδα, είπε η γιατρός. Είχα μια αηδία στο στόμα και στο στομάχι. Μια γεύση βαριά, ξινή, χαλασμένη, σαν να είχε κολλήσει μέσα μου κάτι που δεν έλεγε να φύγει. Το στομάχι μου και τα έντερά μου ήταν σαν να είχαν πολλαπλασιαστεί επί τρία.

Είχα υποσχεθεί στη Μαρία Φωτεινή ότι την Κυριακή θα πηγαίναμε στον αδερφό μου, στη Μοσφιλωτή, όπου έχει τα σκυλάκια του: τη Λόλη, τη Μέλι, τον Άγγελο, την Τζούλη και την Μπλόντι. Για τη Μαρία Φωτεινή αυτή η βόλτα δεν είναι μια απλή έξοδος. Είναι χαρά, πρόγραμμα, προσμονή. Είναι κάτι που το περιμένει. Κι όμως, δεν πήγαμε.

Ήταν η τρίτη εβδομάδα που στερήθηκε αυτή τη βόλτα. Τρεις εβδομάδες. Γιατί προηγουμένως είχαμε κολλήσει κι άλλη ίωση, μια βρογχίτιδα που μας βασάνισε και τους τρεις μας και μας κράτησε μέσα. Κι έτσι, από τη μια η αρρώστια, από την άλλη η δική της στέρηση, ένιωθα πως το σώμα μου δεν υπέφερε μόνο από τη γαστρεντερίτιδα. Υπέφερε και από ενοχή.

Χθες το βράδυ ξεπρήστηκα κάπως. Τα έντονα συμπτώματα σταμάτησαν, αλλά έμειναν οι πόνοι στα χέρια, στα πόδια, στην πλάτη, στις κλειδώσεις, παντού. Ζεσταινόμουν, κρύωνα, στριφογύριζα στο κρεβάτι και δεν έβρισκα θέση. Ήμουν εξοντωμένος, αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Κι όταν τελικά έκλεινα τα μάτια, δεν κοιμόμουν στ’ αλήθεια. Έβλεπα εφιάλτες.

Λένε αυτοί που ξέρουν ότι τα όνειρα που θυμόμαστε είναι αυτά των τελευταίων δευτερολέπτων, άσχετα εάν εμείς έχουμε την αίσθηση πως κράτησαν όλη νύχτα. Εγώ πάντως αυτή την αίσθηση είχα: ότι όλη νύχτα πολεμούσα. Όλη νύχτα πάλευα να σώσω τη Μαρία Φωτεινή και να γυρίσουμε σπίτι.

Τάχα, είχα βγάλει τη Μαρία Φωτεινή μια βόλτα στη γειτονιά. Μια απλή βόλτα, από αυτές που κάνουμε για να ξεμουδιάσει λίγο, να αλλάξει παραστάσεις, να περπατήσει όσο μπορεί. Λίγο πιο πέρα γίνονταν έργα στον δρόμο, υποτίθεται. Από αυτά που σκάβουν την άσφαλτο, ανοίγουν αυλάκια, βάζουν καλώδια και φρεάτια, αφήνουν χώματα, πέτρες, λαμαρίνες και κορδέλες.

Στην αρχή νόμισα πως θα τα προσπεράσουμε εύκολα. Έπρεπε μόνο να κατέβουμε λίγο από το πεζοδρόμιο, να διαβούμε από ένα ρηχό σημείο και να βρεθούμε απέναντι. Όμως όσο προχωρούσαμε, το σκάμμα βάθαινε. Δεν ήταν πια δρόμος, αλλά φαράγγι που όλο και σκοτείνιαζε.

Γύρω μας δούλευαν μηχανήματα. Εκσκαφείς, φορτηγά, κομπρεσέρ. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός. Κανείς δεν μας έβλεπε. Κανείς δεν σταματούσε. Κανείς δεν έλεγε: «Περιμένετε, έχει παιδί εδώ». Τα μηχανήματα συνέχιζαν να σκάβουν και όσο έσκαβαν, όλο και πιο βαθιά βουτούσαμε στη γη…

Κρατούσα τη Μαρία Φωτεινή και προχωρούσα. Εκείνη δυσκολευόταν να πατήσει. Φοβόμουν μήπως χάσει την ισορροπία της, μήπως γλιστρήσει, μήπως τρομάξει, μήπως πάθει κρίση εκεί μέσα, στο βάθος του κρατήρα. Κάποια στιγμή την πήρα στην πλάτη με τα χέρια της τυλιγμένα στο λαιμό μου. Ένιωθα το βάρος της, την ανάσα της, την εμπιστοσύνη της. Κι αυτό έκανε τον φόβο μου ακόμα μεγαλύτερο, παρασύροντας όμως και το πείσμα μου προς τα πάνω.

Κατεβαίναμε. Όλο κατεβαίναμε. Περίμενα να φτάσουμε επιτέλους τον πυθμένα, αλλά μάταια. Το χώμα υποχωρούσε. Οι όχθες ψήλωναν. Πίσω μας ο δρόμος από όπου είχαμε έρθει φαινόταν πια απότομη πλαγιά. Αδύνατον πια να γυρίσουμε πίσω. Πώς λέει ο λαός: μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα;

Με τα πολλά, κατάφερα επιτέλους να βγούμε αντίπερα. Αλλά τότε διαπίστωσα πως δεν υπήρχε τρόπος να επιστρέψουμε. Ήταν σαν να είχε σβηστεί ο δρόμος πίσω μας και τη θέση του την είχε πάρει μια τεράστια άβυσσος.

Ο μόνος τρόπος ήταν να παρακάμψουμε τα έργα. Να προχωρήσουμε σιγά σιγά κατά μήκος της όχθης, ελπίζοντας ότι κάπου θα τελείωναν. Όμως όσο προχωρούσαμε, ο δρόμος γινόταν όλο και πιο άγριος. Δεν είχε πια σπίτια, πεζοδρόμια, ανθρώπους. Είχε χαράδρες, ποτάμια, κομμένα δέντρα, γκρεμούς. Κάθε εμπόδιο που προσπερνούσαμε έφερνε ένα χειρότερο. Κάθε παράκαμψη μάς έβγαζε πιο μακριά από το σπίτι.

Κι εγώ κουβαλούσα τη Μαρία Φωτεινή που βαριανάσαινε.

Προσπαθούσα να διαλέγω το πιο ασφαλές σημείο, αλλά ασφαλές σημείο δεν υπήρχε. Μόνο λιγότερο επικίνδυνο. Η πλάτη μου πονούσε. Τα πόδια μου έτρεμαν. Κι όμως δεν είχα το δικαίωμα να πτοηθώ.

Κάπως έτσι, χωρίς να καταλάβω πώς, φτάσαμε στη… Λάρνακα. Ήταν απόγευμα. Το φως είχε εκείνο το χρώμα που έχουν τα απογεύματα στα όνειρα: ούτε μέρα ούτε νύχτα, κάτι ενδιάμεσο, κάτι άρρωστο. Τότε συνειδητοποίησα πως δεν είχα μαζί μου κινητό. Δεν είχα χρήματα. Δεν είχα τίποτε. Μόνο τη Μαρία Φωτεινή στην πλάτη και την ανάγκη να γυρίσουμε σπίτι.

Έτσι, άρχισα να ικετεύω του περαστικούς:

«Σας παρακαλώ», τους έλεγα. «Δώστε μου λίγο το κινητό σας. Ή καλέστε εσείς τον αδερφό μου το Θεόφιλο. Είναι εδώ κοντά στη Μοσφιλωτή. Θα έρθει να μας πάρει. Το παιδί πεινάει, διψάει, έχει προβλήματα υγείας. Πρέπει να γυρίσουμε σπίτι».

Κανείς δεν μου έκανε τη χάρη! Απολύτως κανείς! Άλλοι με κοίταζαν καχύποπτα, άλλοι πως δεν άκουγαν και άλλοι απομακρύνονταν πριν καν τελειώσω τη φράση μου. Ήταν σαν να ήμουν αόρατος και ταυτόχρονα επικίνδυνος. Σαν να κρατούσα όχι ένα παιδί, αλλά ένα μίασμα.

«Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου», παρακαλούσα. «Ένα τηλεφώνημα μόνο».

Τίποτε.

Η Μαρία Φωτεινή ήταν κουρασμένη. Δεν παραπονιόταν. Αυτό ήταν που με διέλυε περισσότερο. Αν έκλαιγε, αν φώναζε, αν θύμωνε, ίσως να ήταν καλύτερα. Τώρα, σιωπηλή, εξαντλημένη, παραδομένη πάνω μου, με τρόμαζε. Άσε που είχα και την έγνοια τής Αντιγόνης: θα έχει τρελαθεί από τη αγωνία της, μονολογουσα συνεχώς. Θα μας έψαχνε. Θα τηλεφωνούσε. Θα περίμενε. Κι εμείς δεν μπορούσαμε ούτε ένα μήνυμα να στείλουμε.

Μπήκα σε ένα απόμερο ζαχαροπλαστείο. Σκέφτηκα πως εκεί, τουλάχιστον, κάποιος θα μας βοηθούσε.

Παρακάλεσα τον ζαχαροπλάστη: «Σε παρακαλώ, αφήστε με να κάνω ένα τηλεφώνημα. Έστω από το σταθερό. Να καλέσω τον αδερφό μου. Θα έρθει να μας πάρει».

Με κοίταξε κι αυτός διστακτικά.

«Και πού να ξέρω εγώ τι θα χρεωθεί το τηλέφωνο;» μου είπε.

«Στην Κύπρο είμαστε», του απάντησα. «Ένα τοπικό τηλεφώνημα είναι. Χτύπα εσύ τον αριθμό και θα μιλήσω εγώ».

Μου ζήτησε τον αριθμό. Του είπα 99 κλπ. Άρχισε να καλεί. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, η γραμμή κόπηκε. Σαν να είχε αποφασίσει και αυτό ότι δεν έπρεπε να σωθούμε.

«Πάρε από το άλλο», μου είπε. «Εκεί δίπλα».

Πήγα στο άλλο τηλέφωνο. Αλλά δεν είχε πλήκτρα. Είχε μόνο ακουστικό. Ένα τηλέφωνο φτιαγμένο μόνο για να ακούς, όχι για να ζητάς βοήθεια.

Η πλάτη μου πονούσε αφόρητα και κάποια στιγμή παραλίγο να σωριαστώ. Τα πόδια μου δεν με κρατούσαν πια. Ζήτησα από τον ζαχαροπλάστη να αφήσω για λίγο τη Μαρία Φωτεινή σε μια καρέκλα συμφώνησε. Την ακούμπησα όσο πιο απαλά μπορούσα. Έμεινε εκεί, μικρή και ευάλωτη, ακίνητη με τα μάτια μισόκλειστα σε ένα ξένο ζαχαροπλαστείο.

Βγήκα ξανά έξω, έχοντας όμως τη Μαρία-Φωτεινή στο οπτικό μου πεδίο, και ένα νεαρό κορίτσι.

«Σε παρακαλώ», της είπα. «Δώσε μου το κινητό σου. Ή, αν δεν με εμπιστεύεσαι, πάρε εσύ αυτόν τον αριθμό. Πρέπει να ειδοποιήσω τον αδερφό μου. Έχω το παιδί μου μέσα. Είναι άρρωστο, είναι κουρασμένο, πρέπει να πάμε σπίτι».

Το κορίτσι με κοίταξε. Για πρώτη φορά κάποιος δεν έκανε πίσω.

«Σε πιστεύω», μου είπε.

Μου έδωσε το τηλέφωνο.

Πήρα τον αριθμό. Άκουσα τον ήχο της κλήσης. Εκείνον τον μικρό, πολύτιμο ήχο που σήμαινε πως ίσως υπήρχε ακόμη δρόμος για την επιστροφή. Ίσως θα απαντούσε ο αδερφός μου. Ίσως θα ερχόταν. Ίσως η Αντιγόνη θα μάθαινε ότι ζούμε, ότι είμαστε καλά, ότι ερχόμαστε...

[Στη φωτογραφία: ο Θεόφιλος με την Λόλη, τη Μέλι, την Τζούλια και τον Άγγελο. Λείπει η Μπλόντυ, το μεγαλόσωμο λυκόσκυλο που δεν χωράει στον καναπέ.]

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

12/05/2026

Ακαριαίο θάνατο, μετά τη «βουτιά στο κενό» από την ταράτσα εξαώροφης πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη, βρήκε η μία 16χρονη κοπέλα, ενώ η άλλη συνομήλικη φίλη της, με την οποία πέσανε μαζί, χαροπαλεύει.

Με αφορμή το τραγικό περιστατικό με τα δύο κορίτσια, το «Χαμόγελο του Παιδιού» κάλεσε τα μέσα και τους πολίτες να μη διακινούν το σημείωμα ("Συγγνώμη, σας αγαπάμε") που φέρεται να άφησε πίσω του ένα από τα παιδιά. Το σκεπτικό ήταν ότι μια τέτοια κοινοποίηση προσβάλλει τη μνήμη των παιδιών, πληγώνει τις οικογένειες και ενδέχεται να λειτουργήσει επικίνδυνα για άλλα παιδιά που βρίσκονται σε απόγνωση.

Σέβομαι απολύτως την αγωνία πίσω από αυτή την έκκληση. Ωστόσο, θεωρώ ότι υπάρχει και μια άλλη, εξίσου κρίσιμη διάσταση: το περιεχόμενο ενός τέτοιου μηνύματος, όσο οδυνηρό κι αν είναι, μπορεί να μας αναγκάσει να κοιτάξουμε κατάματα κάτι που συχνά αποφεύγουμε. Την απόγνωση ενός παιδιού που νιώθει ότι δεν αντέχει άλλο. Τον φόβο ότι απογοήτευσε τους ανθρώπους που αγαπά. Την αίσθηση ότι δεν έγινε αποδεκτό, ότι απέτυχε, ότι δεν χωράει στον κόσμο όπως είναι.

Δεν γνωρίζουμε (και δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι γνωρίζουμε) τι ακριβώς οδήγησε τα δύο κορίτσια σε αυτή την πράξη. Εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι πως για ένα παιδί δεν υπάρχει ίσως τίποτε πιο οδυνηρό από το να πιστέψει ότι έχασε την αγάπη, την αποδοχή ή τον σεβασμό των δικών του ανθρώπων.

Γι’ αυτό και η δική μου έκκληση απευθύνεται πρωτίστως στους γονείς.

Αγαπήστε τα παιδιά σας γι’ αυτό που είναι. Όχι γι’ αυτό που θα θέλατε να είναι. Όχι μόνο όταν αριστεύουν. Όχι μόνο όταν συμμορφώνονται με τις προσδοκίες σας. Όχι μόνο όταν ταιριάζουν στα κοινωνικά, σχολικά ή έμφυλα πρότυπα που θεωρούνται «κανονικά».

Αποδεχτείτε τις μαθησιακές δυσκολίες τους. Αποδεχτείτε την ευαλωτότητά τους. Αποδεχτείτε τη διαφορετικότητά τους. Μην κάνετε την αγάπη να μοιάζει με έπαθλο που πρέπει να κερδηθεί. Η αγάπη του γονιού δεν μπορεί να τίθεται υπό όρους.

Η Αντιγόνη κι εγώ, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι το παιδί μας γεννήθηκε με μία από τις βαρύτερες μορφές επιληψίας, δεν την αρνηθήκαμε. Πολεμούμε την ασθένειά της, καθημερινά, με φάρμακα, σκευάσματα, αγωνία, κόπο και αδιάκοπη φροντίδα. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν αντιμετωπίζουμε την επιληψία της Μαρίας-Φωτεινής ως κάτι που την ακυρώνει. Είναι μέρος της ζωής της, μέρος της διαδρομής της, μέρος της δικής μας κοινής μάχης.

Γι’ αυτό και το βιβλίο μας έχει τον τίτλο: «Επιληψία, αγάπη μου!»

Γιατί η αγάπη δεν είναι άρνηση της δυσκολίας. Είναι αποδοχή, παρουσία, αγώνας και τρυφερότητα.

Γονείς, να αγαπάτε τα παιδιά σας είτε τα καταφέρνουν στο σχολείο είτε όχι. Είτε μοιάζουν με εσάς είτε όχι. Είτε ακολουθούν τον δρόμο που φανταστήκατε είτε έναν δρόμο που δεν περιμένατε.

Αν ταυτίσουμε την αγάπη με την επιτυχία, την κανονικότητα ή την υπακοή στα κυρίαρχα πρότυπα, τότε δεν προστατεύουμε τα παιδιά μας. Τα συνθλίβουμε.

Και κανένα παιδί δεν πρέπει να νιώσει ποτέ ότι οφείλει να γίνει κάτι άλλο για να αγαπηθεί.

Με αγάπη,
Κώστας Καλλίμαχος

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

Address

Nicosia

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Organization

Send a message to Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός:

Share