Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός

  • Home
  • Cyprus
  • Nicosia
  • Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός
Call Website Contact the organization

Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός Η αγάπη δεν είναι λόγια. Ειναι πράξη ωφέλιμη. Ζει με αμοιβαία ενσυναίσθηση, αφοσίωση και αλληλεγγύη.

1) Συγγραφή βιβλίων (και διδασκαλία - είτε διά ζωσης είτε και εξ αποστάσεως) Νέων Ελληνικών, Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και Ιστορίας τόσο για το Λύκειο και τις Παγκύπριες όσο και για τις εξετάσεις των Ελλήνων Ομογενών που ζουν στην Κύπρο και εκτός Κύπρου.

- Διδασκαλία Νέων Ελληνικών για την Α΄, τη Β΄ και τη Γ΄ Λυκείου και τις Παγκύπριες είτε διά ζώσης είτε και εξ αποστάσεως.

- Διδασκαλία Ιστορίας για τη Γ΄ Λυκείου και τις Παγκύπριες (διά ζώσης είτε και εξ αποστάσεως)

4) Παράλληλη και αποτελεσματική διδασκαλία και προετοιμασία Ελλήνων ομογενών από την Α΄ ή και τη Β΄ ή και τη Γ΄ Λυκείου, αλλά και εντατικά προπαρασκευαστικά μαθήματα Νεοελληνικής Γλώσσας & Λογοτεχνίας για Έλληνες Ομογενείς και μετά το Λύκειο (τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο - δύο ώρες κάθε μέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα) είτε διά ζώσης είτε και εξαποστάσεως.

22/10/2026

Του έπλεναν το πρόσωπο

Ι.

Ο Στυλιανός δεν αυτοκτόνησε
μόνο επειδή ο πατέρας του
τον είχε δούλο στο μαντρί
και τον έδερνε επί χρόνια.

Τα χρόνια αυτά
ήταν και σχολικές χρονιές.
Ήταν εργάσιμες ημέρες.
Είχαν πρωινά που άνοιγαν οι υπηρεσίες,
είχαν ανθρώπους που έπιαναν δουλειά
και ανθρώπους που σχολούσαν.

Για το παιδί
το μαντρί και το ξύλο
δεν είχαν σχόλασμα.

ΙΙ.

Ο Στυλιανός δεν αυτοκτόνησε
μόνο επειδή μύριζε ακαθαρσίες,
επειδή ήτανε μόνιμα άπλυτος
μέσα σε ρούχα και παπούτσια
όπου χωρούσαν δύο παιδιά.

Τα ρούχα περίσσευαν στους ώμους
και οι δουλειές περίσσευαν στα χέρια.

Όλοι μπορούσαν να δουν
πόσο μικρός ήταν
για όσα του φορούσαν.

Αλλά δεν ήθελαν να ξέρουν
πόσο τα χέρια του πονούσαν

ΙΙΙ.

Του έπλεναν το πρόσωπο.

Το νερό κατέβαζε τη βρομιά
από τα μάγουλα
στον λαιμό και στοπ.

Ύστερα άνοιγαν τα βιβλία.
Ύστερα γινόταν το μάθημα.
Κάποτε χτυπούσε
το τελευταίο κουδούνι.

Και το παιδί γύριζε πίσω
στη βρόμα τής βίας
και τής εξάντλησης
δίχως στοπ.

IV.

Έγιναν αναφορές.
Έγιναν τηλεφωνήματα.
Ενημερώθηκαν οι αρμόδιοι.

Μα ανάμεσα στο
«ενημερώσαμε την αρμόδια υπηρεσία»
και στο
«το παιδί είναι ασφαλές»
υπήρχε ολόκληρη η απόσταση
από το σχολείο
ώς το βάναυσο μαντρί.

Αυτή την απόσταση
τη ζούσε εκείνος.

Οι άλλοι την αξιοποιούσαν
για να μη σκοτίζονται.

V.

Στην Αστυνομία
θέλω να ρωτήσω κάτι απλό:

Πόσες φορές
πρέπει να μπει ένα παιδί
στο χαρτί
για να βγει
από τον κίνδυνο;

Και στην... Ευημερία:

Όταν κλείνατε τον φάκελο
για να τον ξανανοίξετε αύριο,
ποιος προστάτευε το παιδί
στο ενδιάμεσο;

Το απόγευμα.
Το βράδυ.
στο σπίτι.

Ποιος;

VI.

Έπρεπε μια μέρα
να κλείσει το σχολείο.

Να μείνουν τα τετράδια
ανοιχτά στα θρανία
και οι δάσκαλοι να καθίσουν
στο πεζοδρόμιο,
έξω από την Αστυνομία,
έξω από την Ευημερία.

Να τους αναζητούν στις τάξεις
και να τους βρίσκουν
στη διαμαρτυρία.

Με το όνομα του παιδιού.
Με τα σώματά τους.
Χωρίς την ευγένεια
να φύγουν.

Να απαιτούν επιτέλους
κάποιος να βγει από το γραφείο
όχι για να παραλάβει ένα χαρτί
αλλά να νοιαστεί για το παιδί.

VII.

Να χαθεί μια διδακτική ώρα.
Να χαθεί μια μέρα.
Να αναβληθεί ένα διαγώνισμα.
Να μη βγει το πρόγραμμα.

Να γραφτεί κάπου
ότι οι δάσκαλοι
δεν βρίσκονταν στις αίθουσες.

Βρίσκονται
δίπλα στο βασανισμένο παιδί
διαδηλώνοντας στους δρόμους.

Να μείνει για μια φορά
πίσω η ύλη.

Και μπροστά,
εκεί όπου δεν θα μπορούσε
κανείς να τον προσπεράσει,
να είναι ο Στυλιανός.
ανάμεσά τους

Ολοζώντανος!!!

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

15/10/2026

Σκέψεις και συναισθήματα του Σεφέρη, λίγο πριν από την «Ελένη»
Μυθοπλαστική εξομολόγηση

Ι
Ήταν φθινόπωρο του 1953, μα η Κύπρος ακόμη κόχλαζε. Ζήτησα λίγη δροσιά κι ένας φίλος με έστειλε στις Πλάτρες. Λίγη δροσιά και μια νύχτα ύπνου· δεν ζητούσα περισσότερα.

Μαζί μου είχα, για άλλη μια φορά, την Ελένη του Ευριπίδη. Την ακούμπησα στο τραπέζι και για πολλή ώρα δεν την άνοιγα. Τρεις φωνές είχαν απομείνει μέσα μου από την τελευταία ανάγνωση: του Τεύκρου, της Ελένης, του αγγελιαφόρου. Με ακολουθούσαν ακόμη κι όταν δεν διάβαζα. Έφτανα στο τέλος της μιας κι άρχιζε πάλι η άλλη.
Έξω φυσούσε. Κάποτε ένα κλαδί άγγιζε το τζάμι και τραβιόταν πάλι, σαν να στεκόταν κάποιος απέξω και να δίσταζε να ζητήσει να του ανοίξουν.

Έφερα το βιβλίο κοντά μου. Το άνοιξα στις αράδες που είχα σημαδέψει και στάθηκα ξανά στα λόγια του Τεύκρου:

«…ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.»

Άλλοτε θα πρόσεχα περισσότερο τον χρησμό, το ταξίδι, την καινούρια πόλη που έπρεπε να χτιστεί. Απόψε στάθηκα στη στερνή φράση: για χάρη της εκεί πατρίδας.

Είχαν περάσει μόλις δυο βδομάδες από τότε που έφτασα κι εγώ σ’ αυτό το νησί, και μ’ έπιανε συχνά μια παράξενη οικειότητα. Μια λέξη που άκουγα στον δρόμο, ο τρόπος που καθόταν ένας γέρος στο κατώφλι, η κίνηση μιας γυναίκας όταν μάζευε το τραπεζομάντιλο, μπορούσαν να με κρατήσουν ακίνητο. Δεν ήταν ακριβώς αναμνήσεις. Ήταν πράγματα που είχαν εξακολουθήσει να ζουν χωρίς εμένα, κι εγώ τα συναντούσα αργοπορημένος.

Ο Τεύκρος θα έδινε το παλιό όνομα στην καινούρια πόλη. Θα το πρόφερε κάθε πρωί. Οι άλλοι θα εννοούσαν τον τόπο όπου βρίσκονταν. Εκείνος θα άκουγε και τον τόπο όπου δεν μπορούσε να γυρίσει.

Γύρισα λίγες σελίδες. Κι ήρθε ξανά η φωνή της Ελένης:

«Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’, ἀλλ’ εἴδωλον ἦν.»

Δεν πήγα στην Τροία.

Τόσο απλά. Μια γυναίκα λέει πού δεν βρέθηκε, και ξαφνικά πρέπει να ξαναλογαριάσουμε δέκα χρόνια, καράβια, τάφους, σπίτια που έμειναν χωρίς ανθρώπους. Το χέρι μου έμεινε πάνω στη σελίδα. Δυσκολευόμουν να προχωρήσω στην ερώτηση του αγγελιαφόρου:

«Τί φῄς;
Νεφέλης ἄρ’ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;»

Μα τι λες; Για ένα σύννεφο όλα αυτά;

Δοκίμασα να το επαναλάβω. Δεν μου βγήκε σαν ερώτηση ανθρώπου που δεν άκουσε καλά. Μου βγήκε σαν να ζητούσα λίγον χρόνο προτού καταλάβω.

Αντέγραψα τις τρεις φωνές σε ένα χαρτί. Ύστερα ακούμπησα το μολύβι και άνοιξα διάπλατα το παράθυρο. Η δροσιά του δάσους μπήκε στο δωμάτιο, κι ανάμεσά της ξεχώρισε η φωνή ενός αηδονιού. Άκουγα τις μικρές παύσεις, το ξανάρχισμα, εκείνο το επίμονο γύρισμα του τραγουδιού, που κάθε φορά μού φαινόταν πως θα τελείωνε και κάθε φορά συνεχιζόταν.

Έμεινα λίγο να το ακούω. Ύστερα ξάπλωσα χωρίς να σβήσω τη λάμπα. Περίμενα να βαρύνουν τα βλέφαρά μου, να πάψουν επιτέλους οι λέξεις να γυρίζουν μέσα μου. Μα πάνω στο πρωτοΰπνι η φωνή ξανακούστηκε τόσο κοντά, που ανασηκώθηκα.

Βγήκα στο μπαλκόνι.

Την ίδια στιγμή άνοιξε και η διπλανή πόρτα. Ένας άλλος ένοικος στάθηκε στο κιγκλίδωμα. Με κοίταξε κι έκανε μια μικρή κίνηση προς το δάσος.

— Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες, μου είπε.

Έγνεψα. Εκείνος έμεινε λίγο ακόμη κι ύστερα ξαναμπήκε. Δεν ανταλλάξαμε άλλη κουβέντα.

Γύρισα στο δωμάτιο. Η φωνή με ακολούθησε. Είχε αρχίσει να φέρνει κοντά μου ανθρώπους που έλειπαν χρόνια.

Δεν έφερνε ολόκληρα πρόσωπα. Έφερνε ένα βήμα στη σκάλα, ένα χέρι που έσπρωχνε την πόρτα, κάποιον που γύριζε να μου πει κάτι και χανόταν προτού μιλήσει. Προσπαθούσα να κρατήσω τις κινήσεις. Τα πρόσωπα μού ξέφευγαν. Υπάρχουν άνθρωποι που θυμάμαι καθαρότερα πώς απομακρύνθηκαν παρά πώς με κοίταζαν.

Σκέφτηκα όσους δεν θα ξαναγύριζαν. Εκείνους που είχαν πεθάνει (και τον αδελφό μου, μαζί) και τους άλλους, που θα εξακολουθούσαν να ζουν σε ξένα δωμάτια, με το κλειδί ενός χαμένου σπιτιού φυλαγμένο ανάμεσα στα χαρτιά τους.

Μαζί μ’ αυτές τις σιωπηλές παρουσίες ένιωθα και μιαν άλλη ταραχή. Ήταν οι κουβέντες που είχα ακούσει στο νησί, οι φωνές που χαμήλωναν όταν πλησίαζε κάποιος, η πίκρα που περνούσε ξαφνικά μέσα από μια φιλική συνομιλία. Η Κύπρος δεν ήταν μόνο ένας τόπος που μου επέστρεφε κάτι από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν ένας ζωντανός τόπος που δεν ανεχόταν να του ορίζουν άλλοι τη ζωή.

Τράβηξα την καρέκλα πιο κοντά στο τραπέζι.

Δεν με άφηνε να κοιμηθώ εκείνη η φωνή, εκείνο το θλιμμένο κελάηδισμα. Με τραβολογούσε εδώ κι εκεί, μου θύμιζε φίλους και γνωστούς που φύγανε για πάντα, αλλά έκρυβε τα πρόσωπα. Έφερνε ένα βήμα στη σκάλα, ένα χέρι που έσπρωχνε την πόρτα, κάποιον που γύριζε να μου πει κάτι και χανόταν προτού μιλήσει. Προσπαθούσα να κρατήσω τις κινήσεις. Τα πρόσωπα μού ξέφευγαν. Υπάρχουν άνθρωποι που θυμάμαι καθαρότερα πώς απομακρύνθηκαν παρά πώς με κοίταζαν.

Σκέφτηκα όσους δεν θα ξαναγύριζαν. Εκείνους που είχαν πεθάνει και τους άλλους, που θα εξακολουθούσαν να ζουν σε ξένα δωμάτια, με το κλειδί ενός χαμένου σπιτιού φυλαγμένο ανάμεσα στα χαρτιά τους. Αχ, τι κρίμα που μια τόσο όμορφη μελωδία να μην τραγουδάει τον έρωτα αλλά τον θρήνο για τον χαμό των αγαπημένων...

Κάτω από αυτές τις σιωπηλές κινήσεις αισθανόμουν μιαν άλλη ταραχή. Ήταν οι κουβέντες που είχα ακούσει στο νησί, οι φωνές που χαμήλωναν όταν πλησίαζε κάποιος, η πίκρα που περνούσε ξαφνικά μέσα από μια φιλική συνομιλία. Η Κύπρος δεν ήταν μόνο ένας τόπος που μου επέστρεφε κάτι από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν ένας ζωντανός τόπος που δεν ανεχόταν να του ορίζουν άλλοι τη ζωή.

Τράβηξα την καρέκλα πιο κοντά στο τραπέζι.

Δεν με άφηνε να κοιμηθώ εκείνη η φωνή.

ΙΙ
Ο Τεύκρος είχε πάψει να είναι για μένα το πρόσωπο που συναντά κανείς στις πρώτες σελίδες μιας τραγωδίας και το αφήνει εκεί, για να παρακολουθήσει τους άλλους. Ήταν ο δικό μου Τεύκρος, γιατί συχνά ένιωθα να είμαι ο Τεύκρος.

Τον φανταζόμουν να φτάνει στην ακτή των Αχαιών με λίγα πράγματα. Δεν θα είχε τη θριαμβευτική όψη που δίνουμε στους νικητές. Θα ρωτούσε το όνομα του τόπου, θα άκουγε την απάντηση και θα τη δοκίμαζε από μέσα του. Άλλη μια λέξη που έπρεπε να μάθει. Άλλη μια αρχή που δεν είχε διαλέξει.

Πόσα ονόματα είχε ακούσει στη ζωή του. Πόσες φορές θα του είχαν πει πως εκεί, στον επόμενο τόπο, θα έβρισκε επιτέλους ό,τι γύρευε.

Στο ένα άκρο της διαδρομής του βρισκόταν το σπαθί του Αίαντα και την αυτοκτονία του εξαιτίας τής οποία τον έδιωξε ο πατέρας του απο τη Σαλαμίνα. Στο άλλο μια πόλη που δεν υπήρχε ακόμη και που θα την ονόμαζε Σαλαμίνα εδώ στη Κύπρου όπου του πρότεινε ο Απόλλων να πάει.. Ανάμεσα στα δύο έπρεπε να συνεχίσει να ζει.

Τον ενιώθα και στον συμπονούσα περισσότερο απ’ όσο ήθελα.

Κι εγώ είχα μάθει να ετοιμάζω βαλίτσες, να ξεχωρίζω ποια χαρτιά έπρεπε να πάρω μαζί μου, να εγκαθίσταμαι σε ένα δωμάτιο προτού προλάβω να αισθανθώ ότι είχα φύγει από το προηγούμενο. Οι τόποι άλλαζαν. Ορισμένα πράγματα έμεναν πάντοτε μισοτακτοποιημένα. Δεν τα έβγαζα από τη βαλίτσα, όχι επειδή δεν τα χρειαζόμουν, αλλά επειδή δεν ήξερα για πόσο θα έμενα.

Η Σμύρνη δεν χωρούσε σ’ αυτές τις μετακινήσεις. Ήταν αλλού. Κάτω από τα άλλα ονόματα, σαν μια παλιά γραφή που δεν έσβηνε όσο κι αν έγραφες επάνω της.

Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Το φεγγαρόφωτο είχε αλλάξει την αυλή. Μια πέτρα που την ημέρα δεν θα πρόσεχα έμοιαζε τώρα με σκυμμένο ώμο. Το κλαδί που χτυπούσε το τζάμι έριχνε στον τοίχο μια σκιά πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο.

Κοίταξα ψηλότερα. Μερικά άστρα χάνονταν μέσα στο φως. Μου ήρθαν τα ονόματα που τους έχουμε δώσει: Τοξότης, Σκορπιός. Έχουμε γεμίσει και τον ουρανό με τα όπλα μας και με τους φόβους μας.

Ο Τεύκρος ήξερε να σημαδεύει. Αυτό τουλάχιστον δεν μπορούσε να του το αρνηθεί κανείς. Το χέρι του είχε υπηρετήσει σωστά το μάτι του. Είχε χτυπήσει εκεί όπου τον είχαν μάθει να χτυπά.

Και τώρα;

Σκέφτηκα πόσα χρόνια μπορεί να περάσει ένας άνθρωπος μαθαίνοντας να πετυχαίνει τον στόχο του, χωρίς να ρωτήσει ποιος τον έστησε απέναντί του.

Δεν κρατούσα τόξο. Τα δικά μου χέρια ήξεραν περισσότερο από χαρτιά. Ήξερα να ζυγίζω μια διατύπωση, να προφυλάσσω μια φράση από την παρεξήγηση, να αφήνω ανοιχτό ένα περιθώριο. Κάποτε όμως αναρωτιόμουν αν, φροντίζοντας τόσο τις λέξεις, είχα αφήσει να μου ξεφύγει εκείνο που όφειλαν να πουν.
Γύρισα στο τραπέζι.

Ο Τεύκρος που επέμενε απόψε στη σκέψη μου δεν μπορούσε πια να περάσει από την Αίγυπτο (όπου με έριξε η κακοκαιρία) και να φύγει χωρίς να μάθει. Τον είδα στην άκρη του νερού. Πιο πέρα άρχιζε η έρημος. Οι γυναίκες είχαν μαζευτεί κοντά, σαν να τις κρατούσε ακόμη ενωμένες κάτι από τον παλιό τους τόπο. Ανάμεσά τους στεκόταν εκείνη.

Στην αρχή δεν σκέφτηκα την ομορφιά της. Πρόσεξα την κούραση στο πρόσωπό της. Την κούραση ενός ανθρώπου που έχει επαναλάβει την ίδια αλήθεια πολλές φορές και δεν ξέρει πια με ποιον τρόπο να την πει για να τον πιστέψουν.

«Εδώ ήμουν», την άκουσα να λέει.

Ο Τεύκρος δεν απάντησε.

Το φως έπεφτε στα μαλλιά της. Όταν μετακινήθηκε, φάνηκε ο ώμος κάτω από το ύφασμα. Έσκυψε λίγο, ακούμπησε την παλάμη της στην πέτρα. Είχε πάνω στα δάχτυλα υγρασία από το νερό. Ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να κρυώσει, να διψάσει, να κουραστεί από την ορθοστασία.

Κι ο άνθρωπος που την αντίκριζε έπρεπε να δεχτεί πως όσα είχε πιστέψει τόσα χρόνια δεν συμφωνούσαν με αυτή την απλή παρουσία.

Τότε αισθάνθηκα κάτι που ντρέπομαι να το γράψω.

Για μια στιγμή δεν ήθελα να είναι εκεί.

Θα ήταν ευκολότερο να έλειπε. Να εξακολουθούσε να βρίσκεται κάπου πίσω από τα τείχη της Τροίας, ανάμεσα σε ιστορίες που μπορούσαμε ακόμη να διηγούμαστε χωρίς να σταματούμε. Να είχε κάνει όσα της καταλογίζαμε. Να μπορούσε το όνομά της να βαστάξει το βάρος που του είχαμε φορτώσει.

Η αθωότητά της μας άφησε όλους εκτεθειμένους.

Κι εκείνη στεκόταν και περίμενε. Δεν ζητούσε να εξηγήσουμε τον πόλεμο. Ζητούσε να μην της αποδίδουμε μια ζωή που δεν είχε ζήσει.

Σκέφτηκα τον Πάρη να απλώνει το χέρι μέσα στη νύχτα. Να νομίζει πως αγγίζει άνθρωπο. Κι απέξω, κάτω από τα τείχη, οι άλλοι να ετοιμάζονται για την επόμενη μέρα. Να διορθώνουν ένα λουρί, να ακονίζουν ένα όπλο, να λογαριάζουν πόσοι έμειναν. Κανείς τους να μην ξέρει. Ούτε εκείνος που κρατούσε το είδωλο ούτε εκείνοι που ήθελαν να του το πάρουν.

Ύστερα δεν έβλεπα πια την Ελένη.

Έβλεπα τους ανθρώπους που δεν θα την έβλεπαν ποτέ.

Ένα σώμα που το νερό το γύριζε αργά κοντά στην ακτή. Ένα χέρι χωμένο στη λάσπη. Έναν άνθρωπο που έμενε καθισμένος ανάμεσα στους άλλους και δεν απαντούσε, μολονότι δεν είχε τραύμα που να φαίνεται. Έβλεπα τη γη να τους δέχεται χωρίς να ξεχωρίζει τι είχαν πιστέψει και με ποια γλώσσα είχαν φωνάξει τη μητέρα τους.

Στα χρόνια μας μάθαμε να τακτοποιούμε αυτά τα πράγματα σε αριθμούς. Απώλειες. Τόσες εδώ, τόσες αλλού. Η λέξη περνά εύκολα από το στόμα. Δεν χρειάζεται να σταματήσεις στη μέση για να πάρεις ανάσα.

Αλλά ένας αριθμός δεν σου λέει ποιος συνήθιζε να αφήνει το ψωμί κομμένο για τον επόμενο. Ποιος γελούσε δυνατά. Ποιος φοβόταν και δεν το ομολογούσε. Ποιος είχε υποσχεθεί να γυρίσει πριν μεγαλώσει πολύ το παιδί του.

Έμεινα να κοιτάζω τη σελίδα. Το χαρτί με τις τρεις αντιγραμμένες φωνές ήταν τόσο ελαφρύ, που ανασηκωνόταν όταν περνούσε αέρας από τη χαραμάδα.

Μια νεφέλη.

Την είχα διαβάσει σαν λέξη. Τώρα προσπαθούσα να βάλω από τη μια μεριά όλη αυτή τη ζωή και από την άλλη εκείνο για το οποίο χάθηκε. Δεν γινόταν. Η σκέψη δεν κρατούσε την ισορροπία της.

Στην πλάτη της διπλανής καρέκλας είχα αφήσει ένα πουκάμισο. Το ένα μανίκι κρεμόταν χαμηλά. Με το φως της λάμπας φαινόταν πως κάποιος είχε καθίσει εκεί και είχε φύγει βιαστικά, αφήνοντας πίσω του το σχήμα του.

Το κοίταξα πολλή ώρα.

Αυτό τουλάχιστον μπορούσα να το σηκώσω. Να το γυρίσω, να βεβαιωθώ ότι δεν υπήρχε τίποτε μέσα. Οι άλλοι είχαν χρειαστεί δέκα χρόνια και χιλιάδες νεκρούς.

Κι ο αδελφός μου και ο αδελφός του;

Η ερώτηση ήρθε τόσο απότομα, που έπιασα πάλι το μολύβι. Έγραψα «ο αδελφός του» και ύστερα έσβησα την τελευταία λέξη και έγραψα και ο αδελφός μου...

Δεν ήξερα πια από ποια μεριά του χαρτιού βρισκόμουν.

Πίσω από τον Αίαντα πέρασε για μια στιγμή το πρόσωπο του δικού μου αδελφού. Άλλη ζωή, άλλος θάνατος. Δεν τους μπέρδευα. Αλλά αναγνώριζα εκείνο το ξαφνικό σταμάτημα της σκέψης, όταν μέσα στους πολλούς νεκρούς εμφανίζεται ο ένας που ήξερες πώς ήταν και δικός σου.

Όσα είχα συλλογιστεί για τον πόλεμο δεν απαντούσαν σ’ αυτή την ερώτηση.

Για μια στιγμή θέλησα να προσευχηθώ. Δεν ήξερα τι να ζητήσω. Να δεχτώ πως όλα είχαν γίνει σύμφωνα με κάποια τάξη; Να πιστέψω πως ο δόλος ήταν κι αυτός ένα μέρος της δικαιοσύνης που δεν μπορούσα να καταλάβω;

Στον μύθο μπορούσα να δείξω τους θεούς. Στο δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς να δείξω.

Μόνο το βιβλίο, το χαρτί, το πουκάμισο.

Και η φωνή που δεν έλεγε να σωπάσει.

ΙΙΙ
Δεν με άφηνε να κοιμηθώ εκείνη η φωνή του αηδονιού...

Ξανακοίταξα γύρω μου. Βρισκόμουν στην Κύπρο. Το παράθυρο ήταν το ίδιο, το νερό στο ποτήρι είχε μείνει άθικτο. Δεν είχα ταξιδέψει πουθενά όλη νύχτα. Κι όμως, ήμουν κουρασμένος σαν να είχα επιστρέψει από… αιώνες μακριά.

Θα μπορούσα να κλείσω τον Ευριπίδη και να πω πως αυτά ανήκουν στους παλιούς.

Δεν με άφηνε ο τόπος όπου βρισκόμουν.

Εδώ οι άνθρωποι μού μιλούσαν για την ελευθερία χωρίς να χρειάζονται μεγάλες λέξεις. Την καταλάβαινα από εκείνα που δεν μπορούσαν να αποφασίσουν μόνοι τους. Από την πίκρα τους όταν θυμούνταν όσα είχαν πιστέψει. Από την απόσταση ανάμεσα στη ζωή τους και στη γλώσσα με την οποία τη διευθετούσαν οι άλλοι.

Στα χρόνια του πολέμου είχαμε προφέρει πολλές φορές τη λέξη ελευθερία μαζί με τους Άγγλους συμμάχους μας. Εδώ η ίδια λέξη έμοιαζε να χρειάζεται άδεια για να περάσει από τα γραφεία της διοίκησής τους.

Το αισθανόμουν σαν προσωπική διάψευση, κι ας μην ήταν προσωπικό μου προνόμιο να πονώ γι’ αυτήν. Είχα εμπιστευτεί μια κοινή γλώσσα. Δεν ήταν εύκολο να παραδεχτώ πόσο διαφορετικά μπορούσαμε να εννοούμε τα ίδια πράγματα.

Κι εγώ γνώριζα τη γλώσσα των γραφείων. Ήξερα πόσο συχνά ένα «προς το παρόν» μπορεί να σκεπάσει ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου. Πόσο ήρεμα αναβάλλεται κάτι που για τον άλλον δεν επιδέχεται αναβολή.

Αλλά δεν ήθελα να αδικήσω και τη λέξη επειδή την είχαν αδικήσει εκείνοι που τη χρησιμοποιούσαν.

Η ανάγκη αυτών των ανθρώπων να ορίζουν τη ζωή τους δεν ήταν νεφέλη. Τα πρόσωπα που είχα συναντήσει δεν ήταν είδωλα. Δεν θα τους έλεγα πως η ελευθερία είναι κενή, επειδή κάποιοι την πρόφεραν με κενό στόμα.

Αυτό ακριβώς με φόβιζε περισσότερο: πόσο εύκολα μπορούσε μια αληθινή ανάγκη να δοθεί στα χέρια εκείνων που ήξεραν να της κατασκευάζουν ένα ψεύτικο πρόσωπο.

Σκέφτηκα έναν άνθρωπο που δεν είχε ακόμη γεννηθεί.

Δεν γνώριζα τον τόπο του ούτε ποια γλώσσα θα μιλούσε. Τον είδα μόνο να φτάνει κάπου ύστερα από έναν πόλεμο. Να κάθεται με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, όπως κάθονται οι πολύ κουρασμένοι, και να περιμένει μια είδηση.

Θα μπορούσε να είχε πολεμήσει με τους νικητές. Θα μπορούσε να είχε χάσει την πόλη του. Θα μπορούσε να ήταν μια γυναίκα που θα μετρούσε όσους δεν γύρισαν. Δεν είχε σημασία αν το όνομά τους θα σωζόταν σε βιβλίο. Μερικοί άνθρωποι εξαφανίζονται και από τη μνήμη, αφού προηγουμένως έχουν χαθεί από τη ζωή.

Κάποιος θα ερχόταν να τους μιλήσει.

Ίσως δεν θα φορούσε τα ρούχα του αγγελιαφόρου. Θα κρατούσε ένα έγγραφο ή θα στεκόταν πίσω από ένα τραπέζι. Θα είχε ετοιμάσει τις λέξεις του. Θα εξηγούσε ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως τους τα είχαν πει.

Και ο άνθρωπος που θα τον άκουγε θα χρειαζόταν πάλι εκείνη τη μικρή ερώτηση.

Τι λες;

Δεν άντεχα να συνεχίσω αυτή τη σκηνή. Την άφηνα και επέστρεφε.

Αν είναι αλήθεια πως μπορούμε να μάθουμε κάτι από όσα υποφέραμε, σκεφτόμουν, ίσως αυτός ο άνθρωπος να μη χρειαστεί να βρεθεί ποτέ σε τόση απελπισία.

Αν είναι αλήθεια πως οι ζωντανοί θυμούνται τους νεκρούς και όταν δεν έχουν πια ανάγκη να τους επικαλεστούν, ίσως να διστάσουν προτού στείλουν τους επόμενους σε μια σφαγή.
Αν είναι αλήθεια πως μπορούμε να κοιτάξουμε εκείνο που μας προτείνουν να λατρέψουμε, να το πλησιάσουμε, να το αγγίξουμε και πρώτα να ρωτήσουμε τι υπάρχει μέσα του…

Έξω άρχισε να αραιώνει το σκοτάδι. Ακούστηκε μια πόρτα, ύστερα βήματα. Κάποιος είχε σηκωθεί για τη δουλειά του. Σε λίγο θα έφερναν ψωμί και γάλα, θα άνοιγαν τα παράθυρα, οι άνθρωποι θα ρωτούσαν ο ένας τον άλλον πώς πέρασαν τη νύχτα.

Πήρα το πουκάμισο από την καρέκλα. Ήταν κρύο. Το κράτησα για λίγο από τους ώμους και ύστερα το φόρεσα.
Στο τραπέζι είχαν μείνει οι τρεις φωνές που αντέγραψα: ένας εξόριστος που ζητούσε τόπο να κατοικήσει, μια γυναίκα που ζητούσε να την πιστέψουν, ένας άνθρωπος που δεν άντεχε αυτό που μόλις είχε μάθει.

Και ξάφνου με κυρίεψε η απόγνωση και άθελά του ένα δάκρυ κύλησε μέσα από το λαιμό και στράγγιξε όλη την καρδιά μου… Αν είναι δυνατόν! Αν είναι αλήθεια!

Κώστας Καλλίμαχος., 15/10/26

-----
@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

15/09/2026

Κομπογιαννίτες και εμπόριο ελπίδας
------------------------------------------------
Συγγνώμη, παιδιά, αλλά, μέχρι πέρυσι, αγνοούσα ακόμη και το όνομα τού Γιώργου Μαζωνάκη. Τα τραγούδια του εξακολουθώ να τα αγνοώ.

Το όνομά του το πληροφορήθηκα τον Αύγουστο του 2025, όταν μεταφέρθηκε, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σε ψυχιατρική κλινική, με εισαγγελική εντολή, έπειτα από αίτημα μελών τής οικογένειάς του. Ο ίδιος, μέσω τού δικηγόρου του, κατήγγειλε μεθόδευση εις βάρος του. Λίγες ημέρες αργότερα πήρε εξιτήριο, ύστερα από νέα ψυχιατρική αξιολόγηση.

Τα διαβάσματα και τα γραψίματα, η διδασκαλία και τα σεμινάρια, οι μαθητές, οι φοιτητές και τα διορθώματα γεμίζουν την καθημερινότητά μου. Και μαζί τους, στο επίκεντρο τής ζωής μου, βρίσκονται η Αντιγόνη μου, η Μαρία Φωτεινή μου, ο αδελφός μου Θεόφιλος, η ταλαίπωρη μάνα μου και ο αγαπημένος φίλος Βαγγέλης.

Ό,τι περισσεύει —και συχνά ό,τι δεν περισσεύει— είναι αφιερωμένο στα άτομα με επιληψία και στις οικογένειές τους. Ως εκπρόσωπος των Κυπρίων με επιληψία, προσπαθώ να τους συνδράμω σε νομικά και διοικητικά ζητήματα, συχνά ξενυχτώντας: με τις ελάχιστες γνώσεις μου, τον πολύ αγώνα και τα αμφίβολα αποτελέσματα.

Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, δεν ασχολήθηκα ποτέ ιδιαίτερα με τους τραγουδιστές και τα τραγούδια τής νύχτας. Ακόμη και οι πιο δημοφιλείς εκπρόσωποι αυτού του κόσμου μού ήταν αδιάφοροι και, αρκετές φορές, παντελώς άγνωστοι.

Έτσι, όταν προ καιρού μού τηλεφώνησε ένας δημοφιλής τραγουδιστής από την Αθήνα, δυσκολεύτηκα πολύ να καταλάβω ποιος ήταν. Εντέλει τα κατάφερα χάρη στην… τεχνητή νοημοσύνη, την οποία συμβουλεύτηκα ενόσω κουβεντιάζαμε τηλεφωνικώς. Και, φυσικά, του το είπα! Όταν διηγήθηκα το περιστατικό στην Αντιγόνη, με… μάλωσε: «Αυτά παθαίνει όποιος είναι αποκλεισμένος από τον έξω κόσμο!»

Θα μου πείτε, ακόμη κι όταν ζούσα στην Αθήνα, πάλι συνειδητά προσπερνούσα τα νυχτοτράγουδα. Πόσω μάλλον αργότερα, όταν τράβηξα για την Εσπερία, ώσπου κατέληξα στη Λευκωσία. Εξάλλου, και τότε και μετά και τώρα, πάντα επιστρέφω στον Χριστιανόπουλο:

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
είναι πολύ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα
μα δεν ταιριάζουνε για μένα.

Όλα αυτά, όμως, αφορούν τα ακούσματά μου — όχι την αξία μιας ανθρώπινης ζωής. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τα τραγούδια ενός ανθρώπου για να σε συγκλονίζει ο θάνατός του.

Διάβασα, λοιπόν, για τις συνθήκες τού θανάτου τού Μαζωνάκη και για όσα έρχονται στο φως σχετικά με το ιατρείο τού Κολωνακίου. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, είχε υποβληθεί σε υδροθεραπεία την προηγουμένη τής πλασμαφαίρεσης. Διάβασα επίσης για αμφισβητούμενους τίτλους «κβαντικής ιατρικής» από τη… Χονολουλού και για έναν γιατρό τού οποίου την ιδιότητα ως αιματολόγου αμφισβήτησε δημοσίως ο πρόεδρος τής Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας.

Διαβάζοντας όσα δημοσιοποιούνται, θυμήθηκα μια φίλη μας που επί χρόνια πήγαινε συχνά στη Λεμεσό, σε έναν… γιατρό με κάτι χάλκινα βραχιόλια. Σου τα φορούσε στα χέρια, έκλεινε τα μάτια και κατόπιν σου ανακοίνωνε από τι έπασχες και πώς θα θεραπευόσουν. Η θεραπεία προϋπέθετε να βρεις τα κατάλληλα «ενεργειακά πεδία», ακόμη κι αν βρίσκονταν σε μια δημόσια τουαλέτα ή σε κάποια χαράδρα. Σου έδινε, μάλιστα, και τις συντεταγμένες στο GPS, για να μη χάσεις τον δρόμο προς το… θαύμα.

Και καλά ο κοσμάκης: μέσα στην απελπισία του, μπορεί να παραλογιστεί, να γαντζωθεί από μια υπόσχεση, να πιστέψει ακόμη και το απίθανο. Το κράτος, όμως, δεν δικαιούται να αδιαφορεί.

Δεν αρκεί η κινητοποίηση ύστερα από έναν θάνατο. Το ζητούμενο είναι η προστασία πριν από την τραγωδία. Ποιος ελέγχει τις διαφημιζόμενες «θαυματουργές θεραπείες», τους τίτλους, τις άδειες και τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας; Πώς προστατεύεται ο απελπισμένος άνθρωπος από όσους εμπορεύονται τον πόνο του; Και πώς εξασφαλίζεται ότι οι έλεγχοι δεν μένουν στα χαρτιά;

Χρειάζονται ουσιαστική εποπτεία, έγκαιρη παρέμβαση και αυστηρές κυρώσεις όπου αποδεικνύονται παρανομίες. Στην Ελλάδα, στην Κύπρο, παντού.

Ο άνθρωπος που υποφέρει χρειάζεται ειλικρίνεια και περίθαλψη, όχι εμπόρους ψευδαισθήσεων και ελπίδας.

Εντίμως,
Κώστας Καλλίμαχος

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

25/08/2026

Πριν χρόνια, η Αντιγόνη αγόρασε δύο κρυπτονομίσματα αλλά μετά το ξέχασε και όταν δυο τρία χρόνια αργότερα, έριξε μια ματιά (πολύ που την ένοιαζε) διαπίστωσε... έντρομη ότι τα δύο κρυπτονομίσματα που συνολικά της κόστισαν δύο ευρώ, είχαν πάει 12 ευρώ!!!

Αυτό με έκανε να εφαρμόσω κι εγώ αυτή τη μέθοδο της Αντιγόνης: έδωσα 100 ευρώ για κυπτονομίσματα (στους απατεώνες τής κόινμπέιζ) και όταν μετά από δύο χρόνια αυτά έγιναν 400 ευρώ, παρακαλώ, πήγα να τα εξαργυρώσω αλλά μου είχαν μπλοκάρει το λογαριασμό και έγινα... τούρκος (έτσι αποκαλούν οι Ελληνοαμερικανοί τη... γαλοπούλα)!!!

Κάθε προσπάθειά μου, μια καταδίκη ήταν γραφτή, θα έλεγε ο Καβάφης!!! Το τι βρισίδι τους έριξα, δεν περιγράφεται. Άπειρες οι προσπάθειές και εμού και της Αντιγόνης να πάρουμε τα 400 ευρώ, και όσο περνούσε ο καιρός, μειώνονταν, ώσπου έφτασαν τώρα στα... 65 ευρώ!!!

Και πάλι δεν μου τα δίνουν οι απατεώνες τής κόινμπέιζ (τη γράφω στα ελληνικά για να μη μου κάνουν ζημιά στη σελίδα).

Αποτέλεσμα αυτή της... δοκιμασίας μηνών, για τα 400 ευρώ, ήταν η επαφή μου με τα κρυπτονομίσματα και η γνωριμία μου με εκατοντάδες χαμένους και απελπισμένους παίχτες.

Γνώρισα όμως και έναν τυχερό και ευφυή παίκτη (δεν είναι Κύπριος ούτε Ελλαδίτης) και τον ονόμασα Σωτήρη. Είναι ο πρωταγωνιστής στο παρακάτω διήγημα που ειναι πέρα για πέρα αληθινό!!!

Όσοι δεν είστε εξοικειωμένοι με τα χρηματοοικονομικά και τα ψηφιακά νομίσματα, θα με... βρίσετε, επειδή επίτηδες χρησιμοποιώ τη... σχετική διάλεκτο... Καλή ανάγνωση!

Ο ΕΞΥΠΝΟΣ ΣΟΡΤάΚΙΑΣ
------------------------------------------------
Ο Σωτήρης δεν είχε αγοράσει ποτέ του κρυπτονόμισμα.

Τα θεωρούσε αέρα κοπανιστό, ψηφιακές τουλίπες, λαχεία για ανθρώπους που βαριούνταν να περιμένουν την κλήρωση. Όταν οι φίλοι του μιλούσαν για blockchain, αποκέντρωση και νέο χρηματοπιστωτικό πολιτισμό, εκείνος χαμογελούσε συγκαταβατικά.

—Όταν ακούω τη λέξη «επανάσταση», έλεγε, ψάχνω να δω πιο είναι αυτός που μας δουλεύει πάλι...

Ώσπου μια μέρα ανακάλυψε το short.

Δεν χρειαζόταν να πιστεύει σε τίποτε. Ούτε στο νόμισμα ούτε στο μέλλον του ούτε στον άνθρωπο. Αρκούσε να πιστεύει ότι η τιμή θα πέσει. Και ο Σωτήρης, που από μικρός περίμενε πάντοτε το χειρότερο, αισθάνθηκε πως είχε επιτέλους βρει το φυσικό του επάγγελμα.

Έγινε σορτάκιας.

Στην αρχή ήταν προσεκτικός. Παρακολουθούσε γραφήματα, όγκους, επιτόκια χρηματοδότησης, ανοικτές θέσεις. Διάβαζε αναλύσεις ανθρώπων που είχαν για φωτογραφία έναν λύκο, ένα πούρο ή ένα αυτοκίνητο που δεν ήταν δικό τους. Έμαθε να σχεδιάζει γραμμές πάνω στα διαγράμματα, ώσπου κάθε γράφημα έμοιαζε με χάρτη πολεμικής επιχείρησης.

Κάποτε μάλιστα κέρδισε τριακόσια ευρώ μέσα σε ένα απόγευμα.

Ήταν η πιο επικίνδυνη στιγμή της ζωής του.

Γιατί τότε πίστεψε ότι είχε καταλάβει την αγορά.

Την επόμενη εβδομάδα άνοιξε μια μεγάλη short θέση. Η τιμή είχε ανέβει υπερβολικά. Όλοι το έλεγαν. Οι δείκτες είχαν υπεραγοραστεί, οι μικροεπενδυτές πανηγύριζαν, οι φάλαινες ήταν... βέβαιο, ετοιμάζονταν να πουλήσουν.

Ο Σωτήρης περίμενε τη διόρθωση.

Η αγορά ανέβηκε δύο τοις εκατό.

«Τελευταίο τίναγμα», σκέφτηκε.

Ανέβηκε άλλα τρία.

«Μαζεύουν ρευστότητα.»

Ανέβηκε πέντε.

«Παγίδα για τους αφελείς.»

Στο οκτώ τοις εκατό, η πλατφόρμα έκλεισε αναγκαστικά τη θέση του.

Ο Σωτήρης κοίταζε την οθόνη σαν άνθρωπος που μόλις είχε δει το σπίτι του να φεύγει με λεωφορείο. Μέσα σε λίγες ώρες είχε χάσει όσα μάζευε επί δύο χρόνια.

Την επομένη η αγορά έπεσε δώδεκα τοις εκατό.

Είχε δίκιο.

Μόνο που είχε δίκιο νωρίς.

Από εκείνη την ημέρα σταμάτησε να πιστεύει ότι η αγορά τιμωρεί όσους κάνουν λάθος. Κατάλαβε ότι, πρώτα απ’ όλα, τιμωρεί όσους βιάζονται να έχουν δίκιο.

Αποφάσισε να γίνει έξυπνος σορτάκιας.

Δεν αρκούσε να προβλέπει την πτώση. Έπρεπε να προβλέπει πότε θα την προβλέψουν οι άλλοι. Και ύστερα να προβλέπει τι θα κάνουν οι φάλαινες, γνωρίζοντας ότι οι άλλοι την έχουν προβλέψει. Και κατόπιν τι θα κάνουν οι άλλοι, υποψιαζόμενοι ότι οι φάλαινες γνωρίζουν πως εκείνοι την έχουν προβλέψει.

Έφτιαξε ένα τετράδιο.

Στην πρώτη σελίδα έγραψε:

«Εγώ πιστεύω ότι θα πέσει.»

Στη δεύτερη:

«Οι άλλοι πιστεύουν ότι θα πέσει.»

Στην τρίτη:

«Οι φάλαινες ξέρουν ότι οι άλλοι πιστεύουν ότι θα πέσει.»

Στην τέταρτη:

«Οι άλλοι ξέρουν ότι οι φάλαινες ξέρουν ότι οι άλλοι πιστεύουν ότι θα πέσει.»

Στην πέμπτη σελίδα ζαλίστηκε και ξάπλωσε.

Μερικές μέρες αργότερα, η αγορά έκανε ξαφνικά ένα μεγάλο μπουμ. Τα κρυπτονομίσματα ανέβαιναν το ένα μετά το άλλο. Οι ειδικοί μιλούσαν για νέο ανοδικό κύκλο. Οι παλιοί σορτάκηδες είχαν διαλυθεί. Οι καινούργιοι περίμεναν τη διόρθωση.

Ο Σωτήρης άνοιξε την πλατφόρμα.

Το δάχτυλό του πλησίασε το κουμπί «SHORT».

Ύστερα θυμήθηκε.

Έκλεισε την πλατφόρμα.

Η αγορά ανέβηκε άλλο πέντε τοις εκατό.

Οι σορτάκηδες όρμησαν. Ήταν βέβαιοι ότι τώρα πια δεν μπορούσε να πάει ψηλότερα.

Πήγε.

Οι θέσεις τους έκλεισαν η μία μετά την άλλη. Οι αναγκαστικές αγορές τους έσπρωξαν την τιμή ακόμη ψηλότερα. Το διαδίκτυο γέμισε κραυγές, θεωρίες συνωμοσίας και ανθρώπους που εξηγούσαν γιατί η ζημιά τους αποτελούσε μακροπρόθεσμη επένδυση στην εμπειρία.

Ο Σωτήρης περίμενε.

Όταν η τελευταία μεγάλη ομάδα σορτάκηδων καταστράφηκε, συνέβη κάτι παράξενο.

Δεν υπήρχε πια κανείς να σορτάρει.

Η τιμή εξακολουθούσε να βρίσκεται ψηλά, αλλά δεν ανέβαινε. Οι όγκοι μειώνονταν. Τα μεγάλα πορτοφόλια μετέφεραν νομίσματα στα ανταλλακτήρια. Οι μικροεπενδυτές, αντιθέτως, αγόραζαν μανιωδώς. Οι τίτλοι των ειδήσεων μιλούσαν για «τη νέα εποχή».

Ο Σωτήρης άνοιξε το τετράδιο.

Έγραψε:

«Τώρα όλοι φοβούνται να σορτάρουν.»

Από κάτω πρόσθεσε:

«Άρα οι φάλαινες δεν έχουν πια σορτάκηδες να χαντακώσουν.»

Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Έπειτα έγραψε:

«Τώρα μπορούν να γίνουν οι ίδιες σορτάκηδες.»

Άνοιξε την πλατφόρμα.

Δεν έβαλε όλα του τα χρήματα. Δεν χρησιμοποίησε εξωφρενική μόχλευση. Δεν προσπάθησε να πετύχει ακριβώς την κορυφή. Άνοιξε μια μικρή θέση και περίμενε.

Η αγορά ανέβηκε ένα τοις εκατό.

Ο Σωτήρης δεν κουνήθηκε.

Ανέβηκε δύο.

Ούτε τότε.

Οι φίλοι του τον κορόιδευαν.

—Πάλι θα σε γδάρουν, του έλεγαν.

—Μπορεί, απαντούσε.

Αυτή ήταν η μεγαλύτερη αλλαγή του. Είχε μάθει να λέει «μπορεί».

Ύστερα η τιμή άρχισε να υποχωρεί.

Στην αρχή λίγο. Οι αναλυτές μίλησαν για υγιή διόρθωση. Οι μικροεπενδυτές αγόρασαν περισσότερο. Η τιμή έπεσε κι άλλο. Οι αναλυτές μίλησαν για εξαιρετική ευκαιρία. Οι μικροεπενδυτές δανείστηκαν για να αγοράσουν.

Τότε άρχισαν να κλείνουν οι πρώτες μοχλευμένες long θέσεις.

Οι αναγκαστικές πωλήσεις έριξαν την τιμή. Η πτώση έκλεισε κι άλλες θέσεις. Οι νέες πωλήσεις έφεραν μεγαλύτερη πτώση.

Η ίδια μηχανή που λίγες ημέρες πριν έκαιγε τους σορτάκηδες, τώρα κατάπινε τους υπεραισιόδοξους αγοραστές.

Ο Σωτήρης κοιτούσε τα κέρδη του να μεγαλώνουν.

Δεν πανηγύρισε.

Κάθε τόσο έκλεινε ένα μέρος της θέσης του. Δεν περίμενε τον πάτο. Είχε μάθει ότι όποιος ψάχνει να βρει ακριβώς την κορυφή ή τον πάτο συνήθως βρίσκει τον δικό του.

Όταν η αγορά έπεσε συνολικά δεκαοκτώ τοις εκατό, έκλεισε και το τελευταίο μέρος.

Το κέρδος ήταν μεγάλο.

Πολύ μεγάλο.

Αρκετό για να εξοφλήσει το σπίτι του, να αφήσει τη δουλειά που μισούσε και να λέει σε όλους ότι τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία με την άνεση ανθρώπου που έχει χρήματα.

Οι φίλοι του τον ρωτούσαν πώς τα κατάφερε.

—Ήξερες ότι θα πέσει;

—Όχι.

—Τότε τι ήξερες;

Ο Σωτήρης χαμογελούσε.

—Ήξερα ότι οι περισσότεροι είχαν κουραστεί να περιμένουν την πτώση. Και η αγορά συνηθίζει να φέρνει αυτό που όλοι περίμεναν, μόλις πάψουν να το περιμένουν.

Με τα χρόνια έγινε διάσημος. Τον καλούσαν σε συνέδρια. Έδινε συνεντεύξεις. Έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Πώς νίκησα τις φάλαινες.

Το βιβλίο πούλησε χιλιάδες αντίτυπα.

Ο Σωτήρης πλούτισε ακόμη περισσότερο.

Μόνο που δεν αποκάλυψε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια.

Δεν είχε νικήσει τις φάλαινες.

Απλώς, για μία φορά, δεν είχε σταθεί εκεί όπου περίμεναν να βρουν το θήραμά τους.

Και όταν όλοι άρχισαν να τον αποκαλούν ιδιοφυΐα, έκλεισε όλες τις θέσεις του και δεν ξανασόρταρε ποτέ.

Γιατί είχε μάθει και το τελευταίο μυστικό της αγοράς:

Τη στιγμή που πιστεύεις ότι έγινες ο εξυπνότερος παίκτης στο δωμάτιο, κάποιος έχει ήδη αρχίσει να σε υπολογίζει για... λαμάκα...
-----------------------------------------------

Με αγάπη, Κώστας Καλλίμαχος - 2026

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

Address

Nicosia

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Organization

Send a message to Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός:

Share