15/10/2026
Σκέψεις και συναισθήματα του Σεφέρη, λίγο πριν από την «Ελένη»
Μυθοπλαστική εξομολόγηση
Ι
Ήταν φθινόπωρο του 1953, μα η Κύπρος ακόμη κόχλαζε. Ζήτησα λίγη δροσιά κι ένας φίλος με έστειλε στις Πλάτρες. Λίγη δροσιά και μια νύχτα ύπνου· δεν ζητούσα περισσότερα.
Μαζί μου είχα, για άλλη μια φορά, την Ελένη του Ευριπίδη. Την ακούμπησα στο τραπέζι και για πολλή ώρα δεν την άνοιγα. Τρεις φωνές είχαν απομείνει μέσα μου από την τελευταία ανάγνωση: του Τεύκρου, της Ελένης, του αγγελιαφόρου. Με ακολουθούσαν ακόμη κι όταν δεν διάβαζα. Έφτανα στο τέλος της μιας κι άρχιζε πάλι η άλλη.
Έξω φυσούσε. Κάποτε ένα κλαδί άγγιζε το τζάμι και τραβιόταν πάλι, σαν να στεκόταν κάποιος απέξω και να δίσταζε να ζητήσει να του ανοίξουν.
Έφερα το βιβλίο κοντά μου. Το άνοιξα στις αράδες που είχα σημαδέψει και στάθηκα ξανά στα λόγια του Τεύκρου:
«…ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.»
Άλλοτε θα πρόσεχα περισσότερο τον χρησμό, το ταξίδι, την καινούρια πόλη που έπρεπε να χτιστεί. Απόψε στάθηκα στη στερνή φράση: για χάρη της εκεί πατρίδας.
Είχαν περάσει μόλις δυο βδομάδες από τότε που έφτασα κι εγώ σ’ αυτό το νησί, και μ’ έπιανε συχνά μια παράξενη οικειότητα. Μια λέξη που άκουγα στον δρόμο, ο τρόπος που καθόταν ένας γέρος στο κατώφλι, η κίνηση μιας γυναίκας όταν μάζευε το τραπεζομάντιλο, μπορούσαν να με κρατήσουν ακίνητο. Δεν ήταν ακριβώς αναμνήσεις. Ήταν πράγματα που είχαν εξακολουθήσει να ζουν χωρίς εμένα, κι εγώ τα συναντούσα αργοπορημένος.
Ο Τεύκρος θα έδινε το παλιό όνομα στην καινούρια πόλη. Θα το πρόφερε κάθε πρωί. Οι άλλοι θα εννοούσαν τον τόπο όπου βρίσκονταν. Εκείνος θα άκουγε και τον τόπο όπου δεν μπορούσε να γυρίσει.
Γύρισα λίγες σελίδες. Κι ήρθε ξανά η φωνή της Ελένης:
«Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’, ἀλλ’ εἴδωλον ἦν.»
Δεν πήγα στην Τροία.
Τόσο απλά. Μια γυναίκα λέει πού δεν βρέθηκε, και ξαφνικά πρέπει να ξαναλογαριάσουμε δέκα χρόνια, καράβια, τάφους, σπίτια που έμειναν χωρίς ανθρώπους. Το χέρι μου έμεινε πάνω στη σελίδα. Δυσκολευόμουν να προχωρήσω στην ερώτηση του αγγελιαφόρου:
«Τί φῄς;
Νεφέλης ἄρ’ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;»
Μα τι λες; Για ένα σύννεφο όλα αυτά;
Δοκίμασα να το επαναλάβω. Δεν μου βγήκε σαν ερώτηση ανθρώπου που δεν άκουσε καλά. Μου βγήκε σαν να ζητούσα λίγον χρόνο προτού καταλάβω.
Αντέγραψα τις τρεις φωνές σε ένα χαρτί. Ύστερα ακούμπησα το μολύβι και άνοιξα διάπλατα το παράθυρο. Η δροσιά του δάσους μπήκε στο δωμάτιο, κι ανάμεσά της ξεχώρισε η φωνή ενός αηδονιού. Άκουγα τις μικρές παύσεις, το ξανάρχισμα, εκείνο το επίμονο γύρισμα του τραγουδιού, που κάθε φορά μού φαινόταν πως θα τελείωνε και κάθε φορά συνεχιζόταν.
Έμεινα λίγο να το ακούω. Ύστερα ξάπλωσα χωρίς να σβήσω τη λάμπα. Περίμενα να βαρύνουν τα βλέφαρά μου, να πάψουν επιτέλους οι λέξεις να γυρίζουν μέσα μου. Μα πάνω στο πρωτοΰπνι η φωνή ξανακούστηκε τόσο κοντά, που ανασηκώθηκα.
Βγήκα στο μπαλκόνι.
Την ίδια στιγμή άνοιξε και η διπλανή πόρτα. Ένας άλλος ένοικος στάθηκε στο κιγκλίδωμα. Με κοίταξε κι έκανε μια μικρή κίνηση προς το δάσος.
— Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες, μου είπε.
Έγνεψα. Εκείνος έμεινε λίγο ακόμη κι ύστερα ξαναμπήκε. Δεν ανταλλάξαμε άλλη κουβέντα.
Γύρισα στο δωμάτιο. Η φωνή με ακολούθησε. Είχε αρχίσει να φέρνει κοντά μου ανθρώπους που έλειπαν χρόνια.
Δεν έφερνε ολόκληρα πρόσωπα. Έφερνε ένα βήμα στη σκάλα, ένα χέρι που έσπρωχνε την πόρτα, κάποιον που γύριζε να μου πει κάτι και χανόταν προτού μιλήσει. Προσπαθούσα να κρατήσω τις κινήσεις. Τα πρόσωπα μού ξέφευγαν. Υπάρχουν άνθρωποι που θυμάμαι καθαρότερα πώς απομακρύνθηκαν παρά πώς με κοίταζαν.
Σκέφτηκα όσους δεν θα ξαναγύριζαν. Εκείνους που είχαν πεθάνει (και τον αδελφό μου, μαζί) και τους άλλους, που θα εξακολουθούσαν να ζουν σε ξένα δωμάτια, με το κλειδί ενός χαμένου σπιτιού φυλαγμένο ανάμεσα στα χαρτιά τους.
Μαζί μ’ αυτές τις σιωπηλές παρουσίες ένιωθα και μιαν άλλη ταραχή. Ήταν οι κουβέντες που είχα ακούσει στο νησί, οι φωνές που χαμήλωναν όταν πλησίαζε κάποιος, η πίκρα που περνούσε ξαφνικά μέσα από μια φιλική συνομιλία. Η Κύπρος δεν ήταν μόνο ένας τόπος που μου επέστρεφε κάτι από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν ένας ζωντανός τόπος που δεν ανεχόταν να του ορίζουν άλλοι τη ζωή.
Τράβηξα την καρέκλα πιο κοντά στο τραπέζι.
Δεν με άφηνε να κοιμηθώ εκείνη η φωνή, εκείνο το θλιμμένο κελάηδισμα. Με τραβολογούσε εδώ κι εκεί, μου θύμιζε φίλους και γνωστούς που φύγανε για πάντα, αλλά έκρυβε τα πρόσωπα. Έφερνε ένα βήμα στη σκάλα, ένα χέρι που έσπρωχνε την πόρτα, κάποιον που γύριζε να μου πει κάτι και χανόταν προτού μιλήσει. Προσπαθούσα να κρατήσω τις κινήσεις. Τα πρόσωπα μού ξέφευγαν. Υπάρχουν άνθρωποι που θυμάμαι καθαρότερα πώς απομακρύνθηκαν παρά πώς με κοίταζαν.
Σκέφτηκα όσους δεν θα ξαναγύριζαν. Εκείνους που είχαν πεθάνει και τους άλλους, που θα εξακολουθούσαν να ζουν σε ξένα δωμάτια, με το κλειδί ενός χαμένου σπιτιού φυλαγμένο ανάμεσα στα χαρτιά τους. Αχ, τι κρίμα που μια τόσο όμορφη μελωδία να μην τραγουδάει τον έρωτα αλλά τον θρήνο για τον χαμό των αγαπημένων...
Κάτω από αυτές τις σιωπηλές κινήσεις αισθανόμουν μιαν άλλη ταραχή. Ήταν οι κουβέντες που είχα ακούσει στο νησί, οι φωνές που χαμήλωναν όταν πλησίαζε κάποιος, η πίκρα που περνούσε ξαφνικά μέσα από μια φιλική συνομιλία. Η Κύπρος δεν ήταν μόνο ένας τόπος που μου επέστρεφε κάτι από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν ένας ζωντανός τόπος που δεν ανεχόταν να του ορίζουν άλλοι τη ζωή.
Τράβηξα την καρέκλα πιο κοντά στο τραπέζι.
Δεν με άφηνε να κοιμηθώ εκείνη η φωνή.
ΙΙ
Ο Τεύκρος είχε πάψει να είναι για μένα το πρόσωπο που συναντά κανείς στις πρώτες σελίδες μιας τραγωδίας και το αφήνει εκεί, για να παρακολουθήσει τους άλλους. Ήταν ο δικό μου Τεύκρος, γιατί συχνά ένιωθα να είμαι ο Τεύκρος.
Τον φανταζόμουν να φτάνει στην ακτή των Αχαιών με λίγα πράγματα. Δεν θα είχε τη θριαμβευτική όψη που δίνουμε στους νικητές. Θα ρωτούσε το όνομα του τόπου, θα άκουγε την απάντηση και θα τη δοκίμαζε από μέσα του. Άλλη μια λέξη που έπρεπε να μάθει. Άλλη μια αρχή που δεν είχε διαλέξει.
Πόσα ονόματα είχε ακούσει στη ζωή του. Πόσες φορές θα του είχαν πει πως εκεί, στον επόμενο τόπο, θα έβρισκε επιτέλους ό,τι γύρευε.
Στο ένα άκρο της διαδρομής του βρισκόταν το σπαθί του Αίαντα και την αυτοκτονία του εξαιτίας τής οποία τον έδιωξε ο πατέρας του απο τη Σαλαμίνα. Στο άλλο μια πόλη που δεν υπήρχε ακόμη και που θα την ονόμαζε Σαλαμίνα εδώ στη Κύπρου όπου του πρότεινε ο Απόλλων να πάει.. Ανάμεσα στα δύο έπρεπε να συνεχίσει να ζει.
Τον ενιώθα και στον συμπονούσα περισσότερο απ’ όσο ήθελα.
Κι εγώ είχα μάθει να ετοιμάζω βαλίτσες, να ξεχωρίζω ποια χαρτιά έπρεπε να πάρω μαζί μου, να εγκαθίσταμαι σε ένα δωμάτιο προτού προλάβω να αισθανθώ ότι είχα φύγει από το προηγούμενο. Οι τόποι άλλαζαν. Ορισμένα πράγματα έμεναν πάντοτε μισοτακτοποιημένα. Δεν τα έβγαζα από τη βαλίτσα, όχι επειδή δεν τα χρειαζόμουν, αλλά επειδή δεν ήξερα για πόσο θα έμενα.
Η Σμύρνη δεν χωρούσε σ’ αυτές τις μετακινήσεις. Ήταν αλλού. Κάτω από τα άλλα ονόματα, σαν μια παλιά γραφή που δεν έσβηνε όσο κι αν έγραφες επάνω της.
Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Το φεγγαρόφωτο είχε αλλάξει την αυλή. Μια πέτρα που την ημέρα δεν θα πρόσεχα έμοιαζε τώρα με σκυμμένο ώμο. Το κλαδί που χτυπούσε το τζάμι έριχνε στον τοίχο μια σκιά πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο.
Κοίταξα ψηλότερα. Μερικά άστρα χάνονταν μέσα στο φως. Μου ήρθαν τα ονόματα που τους έχουμε δώσει: Τοξότης, Σκορπιός. Έχουμε γεμίσει και τον ουρανό με τα όπλα μας και με τους φόβους μας.
Ο Τεύκρος ήξερε να σημαδεύει. Αυτό τουλάχιστον δεν μπορούσε να του το αρνηθεί κανείς. Το χέρι του είχε υπηρετήσει σωστά το μάτι του. Είχε χτυπήσει εκεί όπου τον είχαν μάθει να χτυπά.
Και τώρα;
Σκέφτηκα πόσα χρόνια μπορεί να περάσει ένας άνθρωπος μαθαίνοντας να πετυχαίνει τον στόχο του, χωρίς να ρωτήσει ποιος τον έστησε απέναντί του.
Δεν κρατούσα τόξο. Τα δικά μου χέρια ήξεραν περισσότερο από χαρτιά. Ήξερα να ζυγίζω μια διατύπωση, να προφυλάσσω μια φράση από την παρεξήγηση, να αφήνω ανοιχτό ένα περιθώριο. Κάποτε όμως αναρωτιόμουν αν, φροντίζοντας τόσο τις λέξεις, είχα αφήσει να μου ξεφύγει εκείνο που όφειλαν να πουν.
Γύρισα στο τραπέζι.
Ο Τεύκρος που επέμενε απόψε στη σκέψη μου δεν μπορούσε πια να περάσει από την Αίγυπτο (όπου με έριξε η κακοκαιρία) και να φύγει χωρίς να μάθει. Τον είδα στην άκρη του νερού. Πιο πέρα άρχιζε η έρημος. Οι γυναίκες είχαν μαζευτεί κοντά, σαν να τις κρατούσε ακόμη ενωμένες κάτι από τον παλιό τους τόπο. Ανάμεσά τους στεκόταν εκείνη.
Στην αρχή δεν σκέφτηκα την ομορφιά της. Πρόσεξα την κούραση στο πρόσωπό της. Την κούραση ενός ανθρώπου που έχει επαναλάβει την ίδια αλήθεια πολλές φορές και δεν ξέρει πια με ποιον τρόπο να την πει για να τον πιστέψουν.
«Εδώ ήμουν», την άκουσα να λέει.
Ο Τεύκρος δεν απάντησε.
Το φως έπεφτε στα μαλλιά της. Όταν μετακινήθηκε, φάνηκε ο ώμος κάτω από το ύφασμα. Έσκυψε λίγο, ακούμπησε την παλάμη της στην πέτρα. Είχε πάνω στα δάχτυλα υγρασία από το νερό. Ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να κρυώσει, να διψάσει, να κουραστεί από την ορθοστασία.
Κι ο άνθρωπος που την αντίκριζε έπρεπε να δεχτεί πως όσα είχε πιστέψει τόσα χρόνια δεν συμφωνούσαν με αυτή την απλή παρουσία.
Τότε αισθάνθηκα κάτι που ντρέπομαι να το γράψω.
Για μια στιγμή δεν ήθελα να είναι εκεί.
Θα ήταν ευκολότερο να έλειπε. Να εξακολουθούσε να βρίσκεται κάπου πίσω από τα τείχη της Τροίας, ανάμεσα σε ιστορίες που μπορούσαμε ακόμη να διηγούμαστε χωρίς να σταματούμε. Να είχε κάνει όσα της καταλογίζαμε. Να μπορούσε το όνομά της να βαστάξει το βάρος που του είχαμε φορτώσει.
Η αθωότητά της μας άφησε όλους εκτεθειμένους.
Κι εκείνη στεκόταν και περίμενε. Δεν ζητούσε να εξηγήσουμε τον πόλεμο. Ζητούσε να μην της αποδίδουμε μια ζωή που δεν είχε ζήσει.
Σκέφτηκα τον Πάρη να απλώνει το χέρι μέσα στη νύχτα. Να νομίζει πως αγγίζει άνθρωπο. Κι απέξω, κάτω από τα τείχη, οι άλλοι να ετοιμάζονται για την επόμενη μέρα. Να διορθώνουν ένα λουρί, να ακονίζουν ένα όπλο, να λογαριάζουν πόσοι έμειναν. Κανείς τους να μην ξέρει. Ούτε εκείνος που κρατούσε το είδωλο ούτε εκείνοι που ήθελαν να του το πάρουν.
Ύστερα δεν έβλεπα πια την Ελένη.
Έβλεπα τους ανθρώπους που δεν θα την έβλεπαν ποτέ.
Ένα σώμα που το νερό το γύριζε αργά κοντά στην ακτή. Ένα χέρι χωμένο στη λάσπη. Έναν άνθρωπο που έμενε καθισμένος ανάμεσα στους άλλους και δεν απαντούσε, μολονότι δεν είχε τραύμα που να φαίνεται. Έβλεπα τη γη να τους δέχεται χωρίς να ξεχωρίζει τι είχαν πιστέψει και με ποια γλώσσα είχαν φωνάξει τη μητέρα τους.
Στα χρόνια μας μάθαμε να τακτοποιούμε αυτά τα πράγματα σε αριθμούς. Απώλειες. Τόσες εδώ, τόσες αλλού. Η λέξη περνά εύκολα από το στόμα. Δεν χρειάζεται να σταματήσεις στη μέση για να πάρεις ανάσα.
Αλλά ένας αριθμός δεν σου λέει ποιος συνήθιζε να αφήνει το ψωμί κομμένο για τον επόμενο. Ποιος γελούσε δυνατά. Ποιος φοβόταν και δεν το ομολογούσε. Ποιος είχε υποσχεθεί να γυρίσει πριν μεγαλώσει πολύ το παιδί του.
Έμεινα να κοιτάζω τη σελίδα. Το χαρτί με τις τρεις αντιγραμμένες φωνές ήταν τόσο ελαφρύ, που ανασηκωνόταν όταν περνούσε αέρας από τη χαραμάδα.
Μια νεφέλη.
Την είχα διαβάσει σαν λέξη. Τώρα προσπαθούσα να βάλω από τη μια μεριά όλη αυτή τη ζωή και από την άλλη εκείνο για το οποίο χάθηκε. Δεν γινόταν. Η σκέψη δεν κρατούσε την ισορροπία της.
Στην πλάτη της διπλανής καρέκλας είχα αφήσει ένα πουκάμισο. Το ένα μανίκι κρεμόταν χαμηλά. Με το φως της λάμπας φαινόταν πως κάποιος είχε καθίσει εκεί και είχε φύγει βιαστικά, αφήνοντας πίσω του το σχήμα του.
Το κοίταξα πολλή ώρα.
Αυτό τουλάχιστον μπορούσα να το σηκώσω. Να το γυρίσω, να βεβαιωθώ ότι δεν υπήρχε τίποτε μέσα. Οι άλλοι είχαν χρειαστεί δέκα χρόνια και χιλιάδες νεκρούς.
Κι ο αδελφός μου και ο αδελφός του;
Η ερώτηση ήρθε τόσο απότομα, που έπιασα πάλι το μολύβι. Έγραψα «ο αδελφός του» και ύστερα έσβησα την τελευταία λέξη και έγραψα και ο αδελφός μου...
Δεν ήξερα πια από ποια μεριά του χαρτιού βρισκόμουν.
Πίσω από τον Αίαντα πέρασε για μια στιγμή το πρόσωπο του δικού μου αδελφού. Άλλη ζωή, άλλος θάνατος. Δεν τους μπέρδευα. Αλλά αναγνώριζα εκείνο το ξαφνικό σταμάτημα της σκέψης, όταν μέσα στους πολλούς νεκρούς εμφανίζεται ο ένας που ήξερες πώς ήταν και δικός σου.
Όσα είχα συλλογιστεί για τον πόλεμο δεν απαντούσαν σ’ αυτή την ερώτηση.
Για μια στιγμή θέλησα να προσευχηθώ. Δεν ήξερα τι να ζητήσω. Να δεχτώ πως όλα είχαν γίνει σύμφωνα με κάποια τάξη; Να πιστέψω πως ο δόλος ήταν κι αυτός ένα μέρος της δικαιοσύνης που δεν μπορούσα να καταλάβω;
Στον μύθο μπορούσα να δείξω τους θεούς. Στο δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς να δείξω.
Μόνο το βιβλίο, το χαρτί, το πουκάμισο.
Και η φωνή που δεν έλεγε να σωπάσει.
ΙΙΙ
Δεν με άφηνε να κοιμηθώ εκείνη η φωνή του αηδονιού...
Ξανακοίταξα γύρω μου. Βρισκόμουν στην Κύπρο. Το παράθυρο ήταν το ίδιο, το νερό στο ποτήρι είχε μείνει άθικτο. Δεν είχα ταξιδέψει πουθενά όλη νύχτα. Κι όμως, ήμουν κουρασμένος σαν να είχα επιστρέψει από… αιώνες μακριά.
Θα μπορούσα να κλείσω τον Ευριπίδη και να πω πως αυτά ανήκουν στους παλιούς.
Δεν με άφηνε ο τόπος όπου βρισκόμουν.
Εδώ οι άνθρωποι μού μιλούσαν για την ελευθερία χωρίς να χρειάζονται μεγάλες λέξεις. Την καταλάβαινα από εκείνα που δεν μπορούσαν να αποφασίσουν μόνοι τους. Από την πίκρα τους όταν θυμούνταν όσα είχαν πιστέψει. Από την απόσταση ανάμεσα στη ζωή τους και στη γλώσσα με την οποία τη διευθετούσαν οι άλλοι.
Στα χρόνια του πολέμου είχαμε προφέρει πολλές φορές τη λέξη ελευθερία μαζί με τους Άγγλους συμμάχους μας. Εδώ η ίδια λέξη έμοιαζε να χρειάζεται άδεια για να περάσει από τα γραφεία της διοίκησής τους.
Το αισθανόμουν σαν προσωπική διάψευση, κι ας μην ήταν προσωπικό μου προνόμιο να πονώ γι’ αυτήν. Είχα εμπιστευτεί μια κοινή γλώσσα. Δεν ήταν εύκολο να παραδεχτώ πόσο διαφορετικά μπορούσαμε να εννοούμε τα ίδια πράγματα.
Κι εγώ γνώριζα τη γλώσσα των γραφείων. Ήξερα πόσο συχνά ένα «προς το παρόν» μπορεί να σκεπάσει ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου. Πόσο ήρεμα αναβάλλεται κάτι που για τον άλλον δεν επιδέχεται αναβολή.
Αλλά δεν ήθελα να αδικήσω και τη λέξη επειδή την είχαν αδικήσει εκείνοι που τη χρησιμοποιούσαν.
Η ανάγκη αυτών των ανθρώπων να ορίζουν τη ζωή τους δεν ήταν νεφέλη. Τα πρόσωπα που είχα συναντήσει δεν ήταν είδωλα. Δεν θα τους έλεγα πως η ελευθερία είναι κενή, επειδή κάποιοι την πρόφεραν με κενό στόμα.
Αυτό ακριβώς με φόβιζε περισσότερο: πόσο εύκολα μπορούσε μια αληθινή ανάγκη να δοθεί στα χέρια εκείνων που ήξεραν να της κατασκευάζουν ένα ψεύτικο πρόσωπο.
Σκέφτηκα έναν άνθρωπο που δεν είχε ακόμη γεννηθεί.
Δεν γνώριζα τον τόπο του ούτε ποια γλώσσα θα μιλούσε. Τον είδα μόνο να φτάνει κάπου ύστερα από έναν πόλεμο. Να κάθεται με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, όπως κάθονται οι πολύ κουρασμένοι, και να περιμένει μια είδηση.
Θα μπορούσε να είχε πολεμήσει με τους νικητές. Θα μπορούσε να είχε χάσει την πόλη του. Θα μπορούσε να ήταν μια γυναίκα που θα μετρούσε όσους δεν γύρισαν. Δεν είχε σημασία αν το όνομά τους θα σωζόταν σε βιβλίο. Μερικοί άνθρωποι εξαφανίζονται και από τη μνήμη, αφού προηγουμένως έχουν χαθεί από τη ζωή.
Κάποιος θα ερχόταν να τους μιλήσει.
Ίσως δεν θα φορούσε τα ρούχα του αγγελιαφόρου. Θα κρατούσε ένα έγγραφο ή θα στεκόταν πίσω από ένα τραπέζι. Θα είχε ετοιμάσει τις λέξεις του. Θα εξηγούσε ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως τους τα είχαν πει.
Και ο άνθρωπος που θα τον άκουγε θα χρειαζόταν πάλι εκείνη τη μικρή ερώτηση.
Τι λες;
Δεν άντεχα να συνεχίσω αυτή τη σκηνή. Την άφηνα και επέστρεφε.
Αν είναι αλήθεια πως μπορούμε να μάθουμε κάτι από όσα υποφέραμε, σκεφτόμουν, ίσως αυτός ο άνθρωπος να μη χρειαστεί να βρεθεί ποτέ σε τόση απελπισία.
Αν είναι αλήθεια πως οι ζωντανοί θυμούνται τους νεκρούς και όταν δεν έχουν πια ανάγκη να τους επικαλεστούν, ίσως να διστάσουν προτού στείλουν τους επόμενους σε μια σφαγή.
Αν είναι αλήθεια πως μπορούμε να κοιτάξουμε εκείνο που μας προτείνουν να λατρέψουμε, να το πλησιάσουμε, να το αγγίξουμε και πρώτα να ρωτήσουμε τι υπάρχει μέσα του…
Έξω άρχισε να αραιώνει το σκοτάδι. Ακούστηκε μια πόρτα, ύστερα βήματα. Κάποιος είχε σηκωθεί για τη δουλειά του. Σε λίγο θα έφερναν ψωμί και γάλα, θα άνοιγαν τα παράθυρα, οι άνθρωποι θα ρωτούσαν ο ένας τον άλλον πώς πέρασαν τη νύχτα.
Πήρα το πουκάμισο από την καρέκλα. Ήταν κρύο. Το κράτησα για λίγο από τους ώμους και ύστερα το φόρεσα.
Στο τραπέζι είχαν μείνει οι τρεις φωνές που αντέγραψα: ένας εξόριστος που ζητούσε τόπο να κατοικήσει, μια γυναίκα που ζητούσε να την πιστέψουν, ένας άνθρωπος που δεν άντεχε αυτό που μόλις είχε μάθει.
Και ξάφνου με κυρίεψε η απόγνωση και άθελά του ένα δάκρυ κύλησε μέσα από το λαιμό και στράγγιξε όλη την καρδιά μου… Αν είναι δυνατόν! Αν είναι αλήθεια!
Κώστας Καλλίμαχος., 15/10/26
-----
@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές