Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός

  • Home
  • Cyprus
  • Nicosia
  • Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός

Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός Η αγάπη δεν είναι λόγια. Ειναι πράξη ωφέλιμη. Ζει με αμοιβαία ενσυναίσθηση, αφοσίωση και αλληλεγγύη.

1) Συγγραφή βιβλίων (και διδασκαλία - είτε διά ζωσης είτε και εξ αποστάσεως) Νέων Ελληνικών, Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και Ιστορίας τόσο για το Λύκειο και τις Παγκύπριες όσο και για τις εξετάσεις των Ελλήνων Ομογενών που ζουν στην Κύπρο και εκτός Κύπρου.

- Διδασκαλία Νέων Ελληνικών για την Α΄, τη Β΄ και τη Γ΄ Λυκείου και τις Παγκύπριες είτε διά ζώσης είτε και εξ αποστάσεως.

- Διδασκα

λία Ιστορίας για τη Γ΄ Λυκείου και τις Παγκύπριες (διά ζώσης είτε και εξ αποστάσεως)

4) Παράλληλη και αποτελεσματική διδασκαλία και προετοιμασία Ελλήνων ομογενών από την Α΄ ή και τη Β΄ ή και τη Γ΄ Λυκείου, αλλά και εντατικά προπαρασκευαστικά μαθήματα Νεοελληνικής Γλώσσας & Λογοτεχνίας για Έλληνες Ομογενείς και μετά το Λύκειο (τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο - δύο ώρες κάθε μέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα) είτε διά ζώσης είτε και εξαποστάσεως.

08/07/2026

Η πρώτη συνάντηση με την Αντιγόνη των ονείρων μου
------------------------------------------------
Το καλοκαίρι του 1994 είχα προσληφθεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου σε ένα μικρό μουσείο μνήμης στη Λευκωσία.

Έτσι το αποκαλούσαν επισήμως: μουσείο μνήμης. Στην πραγματικότητα ήταν ένα παλιό σπίτι που προσπαθούσε να χωρέσει μέσα του όσα δεν χωρούσαν πια στα σπίτια των προσφύγων: φωτογραφίες, κλειδιά, τετράδια, εικόνες αγίων, στρατιωτικές ταυτότητες, μαντίλια, παιδικά ρούχα, παπούτσια, κουτιά με γράμματα, κουταλάκια, σχολικές τσάντες, ένα ραδιόφωνο με σπασμένη κεραία, μια μισοκαμένη κορνίζα.

Τα κατέγραφα ένα-ένα.

Αριθμός εκθέματος.
Περιγραφή.
Υλικό.
Κατάσταση διατήρησης.
Προέλευση.
Δωρητής.

Σύντομα ένιωσα ότι πως αυτή η ψυχρή γλώσσα δεν ήταν μόνο μια απλή γραφειοκρατική διαδικασία. Ήταν και άμυνα. Όταν γράφεις «παιδικό υπόδημα, φθαρμένο, δέρμα και ύφασμα», γλιτώνεις για λίγο από το να γράψεις: «ένα παιδί έτρεχε να γλιτώσει και έχασε το παπούτσι του». Όταν γράφεις «κλειδί οικίας», δεν αναγκάζεσαι αμέσως να πεις: «ένα σπίτι κλειδώθηκε για να ανοίξει σε δύο μέρες και είναι ακόμη κλειδωμένο στη μνήμη επί πενήντα δύο χρόνια».

Τότε, βέβαια, το ΄94 ήτανε μόνο είκοσι.

Είκοσι χρόνια από το εβδομήντα τέσσερα.

Εγώ ήμουν ο Κώστας, ο νεαρός επιστήμονας συμβασιούχος. Ο άνθρωπος των καρτελών, των μολυβιών, των γαντιών, των φακέλων. Είχα διαβάσει, είχα σπουδάσει, είχα σχηματίσει εκείνη την επικίνδυνη βεβαιότητα που έχει κανείς όταν νομίζει πως ξέρει την Ιστορία επειδή ξέρει τις ημερομηνίες της.

Το μουσείο με έμαθε γρήγορα ότι η Ιστορία δεν κατοικεί μόνο στα βιβλία. Κατοικεί και στο χώμα που έχει ξεραθεί στη σόλα ενός παιδικού παπουτσιού που είχε απομείνει μόνο του.

Στην τέταρτη αίθουσα, εκεί όπου έβαζαν κυρίως αντικείμενα παιδιών, υπήρχε μια προθήκη που με δυσκόλευε περισσότερο από όλες. Είχε μέσα ένα πλαστικό αυτόματο, ένα ξύλινο σπαθί, ένα τενεκεδένιο φορτηγό, ένα παιδικό παπούτσι, μια κόκκινη κορδέλα μαλλιών κι ένα σχολικό τετράδιο ανοιγμένο στη μέση.

Το ξύλινο σπαθί δεν ήταν κυπριακό, τουλάχιστον όχι με τη στενή έννοια. Θα μπορούσε να είναι από οπουδήποτε. Από οποιαδήποτε γειτονιά όπου τα παιδιά είχαν μάθει να παίζουν πόλεμο πριν μάθουν τι είναι πόλεμος.

Το πλαστικό αυτόματο με ενοχλούσε περισσότερο. Ήταν ελαφρύ, σχεδόν γελοίο. Από εκείνα τα παιχνίδια που στα παιδικά χέρια αποκτούν συναρπαστική αξία και στα χέρια ενός μεγάλου φαίνονται ντροπιαστικά μικρά. Κάθε φορά που το έβλεπα, θυμόμουν τα δικά μας πλαστικά αυτόματα, τότε που τα κραδαίναμε σαν να μας είχε ανατεθεί να σώσουμε τον κόσμο.

Δεν είχα γράψει ακόμη την καρτέλα του. Είχα δοκιμάσει διάφορες φράσεις. "Πλαστικό πολεμικό παιχνίδι." Το έσβησα. "Παιδικό παιχνίδι που μιμείται αυτόματο όπλο." Το έσβησα κι αυτό. Ήταν σωστό, αλλά δεν έλεγε τίποτα. Ύστερα έγραψα: Πλαστικό αυτόματο. Ανήκει στην εποχή όπου τα παιδιά μάθαιναν να παίζουν τον πόλεμο για να διασκεδάζουν και να χαίρονται.

Ούτε αυτό με ικανοποίησε. Ήταν σαν να κατηγορούσα τα παιδιά. Και τα παιδιά δεν φταίνε. Τα παιδιά παίζουν με ό,τι τους δίνουν οι μεγάλοι. Με ξύλα, με πέτρες, με κούκλες, με στρατιωτάκια, με σημαίες, με λέξεις που δεν καταλαβαίνουν ακόμη.

Εκείνη τη μέρα, καθώς στεκόμουν μπροστά στην προθήκη και βασάνιζα πάλι τη φράση, ακούστηκαν παιδικές φωνές στην αυλή.

Ήρθε ένα σχολείο ή καλύτερα μία μεσαία τάξη ενός Δημοτικού σχολείου.

Τα παιδιά μπήκαν στο μουσείο όπως μπαίνουν τα παιδιά παντού: σαν να φέρνουν μαζί τους άλλον αέρα. Κοιτούσαν τις προθήκες, ψιθύριζαν, γελούσαν, σκουντούσαν το ένα το άλλο, σοβαρεύονταν ξαφνικά μπροστά σε κάτι που δεν καταλάβαιναν και ύστερα πάλι ξεχνούσαν πως έπρεπε να είναι σοβαρά.

Μαζί τους ήταν η δασκάλα τους.

Τη λέγανε Αντιγόνη.

Δεν ξέρω αν μπορώ να περιγράψω τίμια την πρώτη στιγμή που την είδα. Ξέρω μόνο ότι μπήκε στην αίθουσα σχεδόν αθόρυβα και ανάερα. Χαιρέτησε τους υπαλλήλους με ευγένεια, καλοσύνη και συστολή. Μίλησε στην προϊσταμένη μας, μία στρίγγλα, στην κυρία Ελένη, με την ίδια ευαισθησία που μίλησε και στον Μιχάλη, που κουβαλούσε κάτι τελάρα από την αποθήκη. Ύστερα γύρισε στα παιδιά.

«Μωρά μου, εδώ θα περπατάμε ήσυχα», τους είπε μελωδικά. «Όχι γιατί απαγορεύεται ο θόρυβος. Αλλά γιατί κάποια πράγματα που θα δούμε κουβαλούνε το δικό τους θόρυβο, τη δική τους μνήμη...»

Τα παιδιά σώπασαν. Δεν κατάλαβαν τι τους είπε ακριβώς. Ένιωσαν όμως τη θέρμη τής φωνής της που δεν ήταν αυστηρή, ούτε δυνατή, αλλά μπορούσε να σε πάρει, αμέσως, από το χέρι και να σε οδηγήσει στη μαγεία της γοητείας της.

Εκείνη τη στιγμή, πριν ακόμη μάθω την ιστορία της Αντιγόνης, κατάλαβα κάτι για την Αντιγόνη: μιλούσε στα παιδιά σαν να ήταν άνθρωποι ολόκληροι, όχι μικροί άνθρωποι που κάποτε θα συμπληρώνονταν. Κι εκείνα την κοιτούσαν με μια εμπιστοσύνη που δεν δίνεται εύκολα. Δεν την φοβούνταν. Την πρόσεχαν με το πάθος που διακρίνεις στα μάτια ενός ευλαβικού προσκυνητή.

Η κυρία Ελένη με φώναξε ή καλύτερα, με διέταξε:

«Κώστα, μπορείς να τους δείξεις την τέταρτη αίθουσα;»

Πλησίασα. Η Αντιγόνη γύρισε προς το μέρος μου.

«Ευχαριστούμε πολύ», είπε.

«Εγώ ευχαριστώ», απάντησα, και ακούστηκε πιο επίσημο απ’ όσο ήθελα.

Προχωρήσαμε όλοι μαζί.

Στάθηκα μπροστά στην προθήκη με τα παιδικά αντικείμενα. Τα παιδιά κόλλησαν σχεδόν τα πρόσωπά τους στο τζάμι.

«Κύριε, αυτό είναι όπλο;» ρώτησε ένα αγόρι, δείχνοντας το πλαστικό αυτόματο.

«Παιχνίδι είναι», είπα.

«Μα μοιάζει με όπλο.»

«Ναι. Αυτό είναι το πρόβλημά του.»

Το παιδί με κοίταξε χωρίς να καταλάβει.

Η Αντιγόνη έσκυψε δίπλα του.

«Τι λες εσύ, ψυχούλα μου;» τον ρώτησε. «Γιατί να υπάρχει ένα ψεύτικο όπλο σε ένα μουσείο για αληθινά πράγματα;»

Το παιδί σκέφτηκε.

«Γιατί τα παιδιά έπαιζαν πόλεμο;»

«Ναι, καρδούλα μου», είπε εκείνη και συνέχισε: «καμιά φορά οι μεγάλοι ξεχνούν ότι τα παιδιά περνάνε για παιγνίδια ακόμη και τα όπλα, επειδή τα παιδιά είναι αγνά και δεν θέλουν να βλέπουν το κακό.»

Ένα κοριτσάκι σήκωσε το χέρι του.

«Κυρία, εσείς παίζατε πόλεμο όταν ήσασταν μικρή;»

Η Αντιγόνη χαμογέλασε λίγο.

«Δεν θυμάμαι, Μαρία μου», είπε. «Θυμάμαι όμως τη μέρα που κατάλαβα πως ο πόλεμος ο δεν είναι παιχνίδι.»

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που άλλαξε τότε στην αίθουσα. Ίσως ο τόνος της φωνής της. Ίσως ο τρόπος που σταμάτησαν τα παιδιά να κινούνται. Ίσως το ότι, για πρώτη φορά από την ώρα που μπήκαν, κανείς δεν κοίταζε την προθήκη. Όλοι κοιτούσαν τη δασκάλα με τη γλυκιά φωνή…

Κι εγώ μαζί.

Η Αντιγόνη στάθηκε μπροστά στο παιδικό παπούτσι. Δεν ήταν δικό της. Δεν ήταν της οικογένειάς της. Μα θα μπορούσε.

«Εγώ τότε ήμουν τεσσάρων χρονών», είπε. «Ο αδελφός μου ο Αντρέας ήταν έξι. Ο άλλος μου αδελφός, ο Κλεάνθης, δεν είχε γεννηθεί ακόμη. Ήταν στην κοιλιά της μάμμας.»

Τα παιδιά την άκουγαν με ανοιχτό το στόμα.

«Τη μητέρα μου τη λένε Άρτα», συνέχισε. «Ήταν έγκυος τότε. Ο πατέρας μου έλειπε. Ήταν μόνιμος αξιωματικός και τον είχαν καλέσει στο μέτωπο.»

Σταμάτησε για λίγο.

Δεν μιλούσε όπως μιλούν όσοι έχουν ετοιμάσει μια αφήγηση για να συγκινήσουν. Έμοιαζε περισσότερο να προσπαθεί να μην προδώσει τίποτα. Ούτε με υπερβολή ούτε με συντομία.

«Τον πατέρα μου», είπε, «τον λένε Χαρίτωνα Κόκκινο. Αλλά οι δικοί του τον έλεγαν Χαρούλη. Εγώ τότε δεν ήξερα πού ήταν. Ήξερα μόνο ότι δεν ήταν μαζί μας. Αργότερα έμαθα τι έγινε. Πως πολέμησε. Πως βρέθηκε με έναν συνταγματάρχη την ώρα που παρακολουθούσαν τους κυκλωτικούς ελιγμούς των τουρκικών τανκς. Πως ο συνταγματάρχης χτυπήθηκε από ελεύθερο σκοπευτή. Πως εκείνος, μέσα σε εκείνη την αναστάτωση, κατάφερε να απεγκλωβίσει δύο συντάγματα Ελληνοκυπρίων στρατιωτών.»

Τα παιδιά δεν ήξεραν τι σημαίνει «κυκλωτικοί ελιγμοί». Δεν ήξεραν τι σημαίνει «απεγκλωβίζω δύο συντάγματα». Ίσως ούτε εγώ, που υποτίθεται ήξερα, μπορούσα πραγματικά να φανταστώ τι σήμαινε.

Η Αντιγόνη, σαν να το κατάλαβε, χαμήλωσε τη φωνή της.

«Αλλά εγώ τότε ήμουν τεσσάρων», είπε. «Και για ένα παιδί τεσσάρων χρονών ο πόλεμος δεν είναι συντάγματα. Είναι ότι λείπει ο πατέρας σου.»

Κανείς δεν μίλησε.

Έξω ακουγόταν ένα τζιτζίκι. Η Κύπρος έχει έναν τρόπο να αφήνει το φως της πάνω στα πράγματα ακόμη κι όταν μιλάς για σκοτάδι.

Η Αντιγόνη συνέχισε.

«Μέναμε κοντά στον ποταμό της Μόρφου. Εκεί υπήρχαν γεωτρύπανα. Από αυτά έβγαζαν νερό οι αγρότες. Ήταν σίδερα, μηχανές, σωλήνες, πράγματα που οι άνθρωποι της περιοχής τα ήξεραν καλά. Ήξεραν ότι είναι για το νερό. Όμως από ψηλά, ή από μακριά, ή μέσα στον φόβο του πολέμου, οι Τούρκοι τα πέρασαν για αντιαεροπορική πυροβολαρχία. Κι έτσι ήρθαν τα αεροπλάνα…»

«Δεν είχαμε ξαναδεί βομβαρδισμό», είπε. «Ούτε εμείς ούτε οι μεγάλοι. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες προς τον ποταμό και κάποιες κοντά στην πόλη, οι Μορφίτες πήραν τούς δρόμους. Με τις παντόφλες. Κάποιοι ξυπόλυτοι. Άφησαν σπίτια ανοιχτά, φαγητά στη φωτιά, ρούχα απλωμένα. Κανείς δεν είπε “φεύγουμε για πάντα”. Αυτό δεν το λέει κανείς την πρώτη μέρα. Λες “πάμε να γλιτώσουμε και αύριο γυρίζουμε”.»

Ένα από τα παιδιά, ένα αγόρι που ως τότε πείραζε συνέχεια το κορδόνι του, σταμάτησε να κινείται.

Η Αντιγόνη το πρόσεξε, αλλά δεν διέκοψε.

«Η μάμμα μου, Άρτα τη λένε, ήταν έγκυος στον Κλεάνθη. Εμένα με κρατούσε αγκαλιά, γιατί έκλαιγα. Τον Αντρέα τον κρατούσε από το χέρι, αλλά εκείνη τη μέρα δεν ήταν μεγάλος. Κανένα παιδί δεν είναι μεγάλο όταν πέφτουν βόμβες από παντού.»

Πήρε μια ανάσα.

«Τα αυτοκίνητα περνούσαν από δίπλα μας. Πολλά. Κανείς δεν σταματούσε. Όχι επειδή ήταν κακοί οι άνθρωποι. Επειδή ο φόβος κάνει τον καθένα να βλέπει μόνο το δικό του παιδί, το δικό του σώμα, τη δική του μάνα. Η μάμμα μου περπατούσε μέσα στο κατακαλόκαιρο, έγκυος, μέσα στη ζέστη και χωρίς νερό, με εμένα αγκαλιά και τον Αντρέα από το χέρι. Χιλιόμετρα. Εγώ έκλαιγα συνέχεια. Δεν θυμάμαι πρόσωπα. Θυμάμαι τον ήλιο. Θυμάμαι το χέρι της μάμμας. Θυμάμαι πως ο δρόμος δεν τελείωνε.»

Τα παιδιά είχαν μαζευτεί γύρω από την Αντιγόνη, χωρίς να το καταλάβουν.

Δεν ήταν πια ξενάγηση. Ήταν κάτι άλλο. Η αίθουσα είχε γίνει αυλή, δρόμος, ποταμός, Μόρφου, φυγή, πόνος...

«Κάποια στιγμή», είπε, «ένα αργοπορημένο αυτοκίνητο σταμάτησε. Μας ανέβασε. Μας πήγε στην Κοκκινοτριμιθιά. Εκεί είχε στηθεί ένας πρόχειρος καταυλισμός. Αλλά κανείς δεν έλεγε ακόμη “καταυλισμός προσφύγων”. Κανείς μας δεν ήξερε ότι ήμασταν πρόσφυγες. Νομίζαμε πως θα μέναμε ένα βράδυ, δύο, και μετά θα γυρίζαμε στη Μόρφου.»

Ένα κορίτσι τη ρώτησε σιγά: «Και γυρίσατε;»

Η Αντιγόνη κοίταξε το παιδί με εκείνη την τρυφερότητα που δεν μαλακώνει την αλήθεια.

«Όχι, μωρό μου», είπε. «Ακόμη όχι.»

Τότε ήταν είκοσι χρόνια. Τώρα που γράφω αυτά, είναι πενήντα δύο. Η Μόρφου υπάρχει ακόμη, αλλά για την Αντιγόνη, για την Άρτα, για τους πρόσφυγες, υπάρχει σαν τόπος πίσω από γυαλί. Όπως τα εκθέματα. Τη βλέπεις, τη θυμάσαι, τη δείχνεις στα παιδιά, αλλά δεν μπορείς να απλώσεις το χέρι και να την πάρεις πίσω.

Εκείνη τη μέρα, στο μουσείο, κανείς δεν χειροκρότησε. Ευτυχώς. Υπάρχουν αφηγήσεις που δεν αντέχουν χειροκρότημα. Τα παιδιά έμειναν ακίνητα. Ένα αγόρι κοίταζε το πλαστικό αυτόματο. Ένα κορίτσι κοίταζε τα παπούτσια του. Ένας άλλος μαθητής, ο πιο ανήσυχος από όλους, είχε σκύψει το κεφάλι.

Η Αντιγόνη γύρισε προς το μέρος του: «Δεν σας τα λέω για να φοβηθείτε», είπε. «Σας τα λέω για να ξέρετε. Άλλο πράγμα ο φόβος, άλλο η μνήμη. Ο φόβος σε κάνει να τρέχεις. Η μνήμη σε κάνει να κρατάς από το χέρι όποιον τρέχει.»

Αυτό το είπε στα παιδιά. Μα εγώ ένιωσα πως το είπε και σε εμένα. Συνέχισα την ξενάγηση όπως μπορούσα. Έδειξα ένα τετράδιο που είχε διασωθεί σε μια βαλίτσα. Ένα κλειδί σπιτιού. Μια εικόνα του Αγίου Μάμα με ραγισμένο γυαλί. Ένα γράμμα που δεν είχε σταλεί ποτέ. Όμως όλα πλέον τα έδειχνα αλλιώς. Όχι σαν αντικείμενα. Σαν αποδείξεις ότι κάποιος έφυγε βιαστικά και δεν είχε ιδέα πως η βιασύνη του θα γινόταν μισός αιώνας.

(Κάποια στιγμή, είδα στην άκρη του ματιού μου, δίπλα από την είσοδο, τη στρίγγλα που όμως τώρα έκλαιγε… Φαίνεται πως η Αντιγόνη έχει έναν τρόπο να λυγίζει και σίδερα, σκέφτηκα.)

Όταν τα παιδιά βγήκαν στην αυλή για λίγο νερό, η Αντιγόνη έμεινε πίσω. Στάθηκε πάλι μπροστά στην προθήκη με το πλαστικό αυτόματο.

«Σας κούρασα;» με ρώτησε.

«Όχι», είπα. «Μας συγκινήσατε.»

Χαμογέλασε, αλλά όχι πολύ.

«Καμιά φορά φοβάμαι μήπως αυτά που λέω στα παιδιά είναι πολύ βαριά για την ηλικία τους....»

«Σας άκουγαν με κατάνυξη...»

«Τα παιδιά ακούνε περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε», είπε.
Ύστερα πρόσθεσε:

«Κι εσείς; Παίζατε πόλεμο μικρός;»

Δεν ξέρω γιατί ντράπηκα. Δεν ήμουν ένοχος. Ήμουν παιδί. Κι όμως η μνήμη έχει τρόπους να σε καθίζει απέναντι από τον εαυτό σου σαν να ζητά εξηγήσεις.

«Ναι», είπα. «Παίζαμε. Εκείνη τη μέρα μάλιστα, όταν άρχισε η σειρήνα, χαρήκαμε.»

Η Αντιγόνη δεν αντέδρασε όπως φοβήθηκα. Δεν με κοίταξε με μομφή. Δεν μαλάκωσε όμως και την αλήθεια.

«Ήσασταν παιδιά», είπε.

«Κι εσείς παιδί ήσασταν.»

«Ναι», είπε. «Αλλά δεν ήταν παντού ίδια η παιδική ηλικία εκείνη τη μέρα.»

Αυτό έμεινε. Δεν ήταν παντού ίδια η παιδική ηλικία... Εγώ, σε κάποια γειτονιά αλλού, κρατούσα ξύλινο σπαθί και νόμιζα πως ο πόλεμος ήταν επιτέλους μια ευκαιρία να αποδειχθούμε γενναίοι. Η Αντιγόνη, τεσσάρων χρονών, έκλαιγε στην αγκαλιά της μάνας της, ενώ τα αερόπλανα βομβάρδιζαν τα γεωτρύπανα που κάποιοι είχαν περάσει για πυροβολαρχίες. Ο Αντρέας, έξι χρονών, κρατούσε το χέρι της Άρτας και ίσως προσπαθούσε να φανεί μεγάλος, επειδή ο πατέρας έλειπε στο μέτωπο. Ο Κλεάνθης δεν είχε γεννηθεί ακόμη και όμως ήδη περπατούσε μαζί τους, κρυμμένος μέσα στο σώμα της μάνας του, στον ίδιο δρόμο της φυγής.

Κι ο πατέρας τους, ο Χαρούλης, πολεμούσε αλλού. Έσωζε άλλους γιους, άλλων μανάδων. Δεν μπορούσε να είναι στον δρόμο με τα δικά του παιδιά. Αυτή είναι ίσως μια από τις σκληρότερες ειρωνείες του πολέμου: να είσαι αναγκαίος παντού και αδύνατον να είσαι εκεί όπου σε χρειάζονται περισσότερο.

Η Αντιγόνη κάλεσε τα παιδιά.

«Παιδιά, ελάτε να ευχαριστήσουμε τον κύριο Κώστα.»

«Ευχαριστούμε, κύριε Κώστα», είπαν εκείνα με τον μισό συντονισμό που έχουν πάντα οι μαθητές όταν μιλούν όλοι μαζί.

Η Αντιγόνη ξαναήρθε στο μουσείο λίγες μέρες μετά. Είπε πως ήθελε να κρατήσει κάτι σημειώσεις για τους μαθητές της, να δει αν μπορούσε να οργανώσει άλλη μια επίσκεψη. Εγώ ήξερα μόνο πως, όταν μπήκε στην αυλή, το φως άλλαξε θέση.

Αυτό, όμως, ανήκει σε άλλη ιστορία.

Με πολλή αγάπη,
Κώστας

07/07/2026

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΞΥΛΙΝΑ ΣΠΑΘΙΑ

Έτυχε, την ώρα που τσίριζε με μανία η σειρήνα, το ΄74, να περνάει κι ένα σμήνος αεροπλάνων πάνω από το Αγρίνιο.

Εμείς χαρήκαμε που κηρύχτηκε επιστράτευση κι άρχισε πόλεμος με την Τουρκιά και, επιτέλους, θα έπιανε τόπο η επί μήνες εξάσκησή μας στα ξύλινα σπαθιά και στα πλαστικά αυτόματα, γι΄ αυτό ουρλιάζαμε από χαρά και επευφημούσαμε, γελώντας, χορεύοντας και τραγουδώντας, "γοητευμένοι απ΄ το ωραίο θέαμα"...

Αλλά μάς ξενέρωσε η ταλαίπωρη και πολυαγαπημένη μας γιαγιά, η οποία, έχοντας μνήμες τής κατοχής και των βομβαρδισμών από τα "στούκας", έκλαιγε και με αναφιλητά εκλιπαρούσε να τρέξουμε γρήγορα κατά τη ρεματιά, να γλιτώσουμε απ΄ τα "αερόπλανα" των… Γερμανών!

Τις ίδιες μέρες, εκατοντάδες μίλια νοτιοανατολικά, κάποια άλλα παιδιά, κλαίγοντας με αναφιλητά, ζούσανε βομβαρδισμούς (κι όχι αστεία) στον "ποταμό" τής Μόρφου κι αλαφιασμένοι τα τραβούσανε οι γονείς κατά το βουνό για να σωθούνε...

Εν τω μεταξύ, τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα και υποτίθεται σπούδασα και τάχα νόμιζα ότι ήξερα πολλά και για πολέμους και για Ιστορίες...

Ώσπου έφτασα στην Κύπρο κι άκουσα την Αντιγόνη να μου λέει για τότε που τρέχανε να σωθούνε από τα... "αερόπλανα",

τότε που εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
και τρέχαμε κι ενθουσιαζόμασταν,
κραδαίνοντας ξύλινα σπαθιά
και πλαστικά αυτόματα...

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

03/07/2026

Δύο μέτρα και δύο σταθμά για τον άτυχο Βούλγαρο πατέρα

Η προφυλάκιση του Βούλγαρου πατέρα των δύο αδικοχαμένων παιδιών, τα οποία εγκλωβίστηκαν στο αυτοκίνητο και έχασαν τη ζωή τους από θερμοπληξία κατά την απουσία του, προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο οι Αρχές στην Κύπρο (δικές μας ή και βρετανικές) και τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν τέτοιες τραγωδίες.

Στο παρελθόν υπήρξαν και άλλες τραγικές περιπτώσεις, στις οποίες Κύπριοι γονείς, από αμέλεια ή απερίγραπτη ανθρώπινη αστοχία, άφησαν ή ξέχασαν τα παιδιά τους μέσα σε αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα αυτά να πεθάνουν επίσης από θερμοπληξία.

Σε εκείνες τις περιπτώσεις, όμως, οι Αρχές και τα μίντια επέδειξαν επιείκεια. Οι γονείς αντιμετωπίστηκαν πρωτίστως ως τραγικά πρόσωπα, ως άνθρωποι που θα κουβαλούν για πάντα το βάρος της απώλειας των ίδιων τους των παιδιών. Και καλώς, σε ανθρώπινο επίπεδο, υπήρξε αυτή η ευαισθησία.

Στην περίπτωση όμως του Βούλγαρου πατέρα, η στάση φαίνεται διαφορετική. Αντί για την ίδια επιείκεια, επιδείχθηκε αυστηρότητα. Αντί να αντιμετωπιστεί και αυτός ως ένας συντετριμμένος πατέρας που έχασε τα παιδιά του, οδηγήθηκε στην προφυλάκιση από τις Αρχές και στο ανάθεμα από την κοινωνία.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αναπόφευκτο: θα είχε την ίδια μεταχείριση (από τις Αρχές και από την κοινωνία) αν ήταν Κύπριος;

Ανάλογα ερωτήματα προκύπτουν και για τη στάση της κυπριακής δημοσιογραφίας. Σε προηγούμενες τραγικές υποθέσεις, τα ονόματα των Κυπρίων γονιών δεν έγιναν αντικείμενο δημόσιας διαπόμπευσης, ούτε οι φωτογραφίες των παιδιών μετατράπηκαν σε πρωτοσέλιδο θέαμα. Υπήρξε διακριτικότητα, ευαισθησία και σεβασμός στον ανθρώπινο πόνο.

Στην περίπτωση όμως του Βούλγαρου εργάτη, δεν υπήρξε καμία ευαισθησία. Και αυτό δημιουργεί την πικρή εντύπωση ότι η καταγωγή, η κοινωνική θέση και η εθνικότητα του ανθρώπου επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε.

Αυτό δεν είναι ισονομία.
Δεν είναι αμεροληψία.
Δεν είναι δικαιοσύνη.

Όταν η επιείκεια εφαρμόζεται στους «δικούς μας» και η αυστηρότητα στους «ξένους», τότε δεν μιλάμε για κράτος δικαίου. Μιλάμε για διάκριση.

Και η διάκριση αυτή έχει όνομα: ρατσισμός.

Αιδώς, Αργείοι.

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

29/06/2026

1. Οι γυναικοφονιάδες μαζί με τους βιαστές
είναι τα πιο άθλια και τιποτένια καθάρματα στο σύμπαν!
---------------------------
2. Πριν λίγες ώρες (σήμερα Τρίτη, 30/6)
ένας αυτοκτονικός γυναικοφονιάς ευστόχησε:
μία στο κεφάλι και τρεις στο σώμα τής γυναίκας.
Στο σπίτι, τέσσερα παιδιά θα αναρωτιούνται
γιατί μείνανε ορφανά με πατέρα γυναικοφονιά
και μάνα νεκροζώντανη, αν επιζήσει.
Αλλά τι περιμένουμε από μία κοινωνία
που κλείνει τα μάτια στις γυναικοκτονίες;
Τι περιμένουμε, όταν χτες το δικαστήριο στην Πάφο
ουσιαστικά απάλλαξε έναν επίδοξο γυναικοφονιά;
------------------------------
3. Δικαστήριο τής Πάφου απαλλάσσει επίδοξο γυναικοφονιά

Πυροβόλησε τη γυναίκα του, προ ετών,
ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, τραυματίζοντάς την.
Και σήμερα (Δευτέρα, 29/6) το δικαστήριο
καταδίκασε τον επιδοξο γυναικοφονιά
μόνο με 6 χρόνια φυλακή,
που σημαίνει ότι στα τρία χρόνια
ο επίδοξος γυναικοκτόνος θα αποφυλακιστεί
για να αποτελειώσει το... θεάρεστο έργο του.

ΥΓ.1 Δεν είχε γάλα στο σπίτι. Η κόρη του
παραπονέθηκε, αυτός της επιτέθηκε
η γυναίκα του υπερασπίστηκε το παιδί
και αυτός πυροβόλησε τη γυναίκα του
δύο φορές και τώρα, το δικαστήριο
πυροβολεί και την κόρη και τη μάνα.

ΥΓ.2 Νομικά, αυτό που προκαλεί την αγανάκτηση είναι η διαφορά ανάμεσα στο πώς περιγράφουμε κοινωνικά την πράξη — «απόπειρα γυναικοκτονίας», «επίδοξος γυναικοκτόνος» — και στο τι κατηγορία αποδείχθηκε/επιλέχθηκε στο δικαστήριο. Στην Κύπρο, η «γυναικοκτονία» ως αδίκημα αφορά την περίπτωση όπου επέρχεται θάνατος γυναίκας και επισύρει δια βίου φυλάκιση. Για απόπειρα φόνου, το άρθρο 214 του κυπριακού Ποινικού Κώδικα επίσης προβλέπει ότι όποιος αποπειράται παράνομα να επιφέρει τον θάνατο άλλου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση διά βίου.

Άρα, με απλά λόγια: αν μια πράξη κατηγορηθεί και αποδειχθεί ως απόπειρα φόνου/απόπειρα γυναικοκτονίας, μπορεί να φτάσει μέχρι δια βίου φυλάκιση στην Κύπρο. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όμως η τελική καταδίκη και επιμέτρηση δεν έγινε ως «απόπειρα φόνου», αλλά σε άλλη κατηγορία, με τελικό αποτέλεσμα τα 6 χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι κοινωνικά δεν μπορεί να ιδωθεί ως έμφυλη/ενδοοικογενειακή δολοφονική βία· σημαίνει ότι το δικαστικό αποτέλεσμα κρίθηκε μέσα από συγκεκριμένες κατηγορίες, αποδείξεις και μετριαστικούς παράγοντες που δέχθηκε το δικαστήριο. Πονηριές, δηλαδή...

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

02/06/2026

ΣΤΗΝ ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
----------------------------------------
Μας άλλαξαν πάλι τον χάρτη.
Η οδός που ξέραμε βούλιαξε στη βροχή,
το λεωφορείο γύρισε πίσω,
οι ειδήσεις έσταζαν σκόνη από τις οθόνες.

Κι όμως η μητέρα άνοιξε το παράθυρο,
άπλωσε στο τραπέζι ψωμί, αλάτι, ένα ποτήρι νερό.
«Εδώ», είπε, «θα μάθουμε τον άνεμο».

Ο αδελφός μου έδεσε με σπάγκο τα βιβλία,
μην τα πάρει ο φόβος.
Κάτω στην αυλή τα παιδιά τής γειτονιάς φύτεψαν
σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί βασιλικό.

Κανείς δεν είπε τη λέξη ευτυχία.
Μόνο η γιαγιά μας, κοιτώντας τον ουρανό,
χαμογέλασε σαν να θυμήθηκε
ότι το σπίτι δεν είναι τα ντουβάρια,
είναι το φως που κρατάμε στην ψυχή
όταν μετακινούνται οι τοίχοι.

Το βράδυ, μέσα στην άγνωστη πόλη,
κοιμηθήκαμε κοντά-κοντά,
η μια ανάσα δίπλα στην άλλη
κι η καρδιά μας, μικρή πυξίδα,
δεν έδειχνε το βορρά,
μα το χέρι που μας κρατούσε.

Κ. Κ. - 2/6/26

@ακόλουθοι

@κορυφαίοι θαυμαστές

26/05/2026

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΕΞΗΝΤΑ

Δεν τον έλεγαν Θήτα στ’ αλήθεια. Ήταν παρατσούκλι από τα παλιά, από τότε που οι παρέες είχαν ακόμη τον καιρό να βαφτίζουν τους ανθρώπους δεύτερη φορά. Του ταίριαζε. Λιγομίλητος, στεγνός στο πρόσωπο, με πλατιά χέρια και βλέμμα που περισσότερο ζύγιζε παρά ζητούσε, έμοιαζε με άνθρωπο που έμαθε να αντέχει χωρίς να διαμαρτύρεται.

Η βασική του δουλειά ήταν οι πωλήσεις. Χρόνια ολόκληρα γύριζε πόλεις και χωριά με το αυτοκίνητο γεμάτο δείγματα, σημειωματάρια, τιμολόγια, τηλέφωνα πελατών, υποσχέσεις και άγχος. Δεν έγινε πλούσιος. Κατάφερε όμως να έχει τη ζωή του όπως την ήθελε, με λίγα και ουσιώδη. Και κάποτε, ψηλά στο βουνό έφτιαξε και σπίτι.

Ήταν ένα σπίτι με πέτρα, χώμα, δέντρα και αέρα. Τέσσερα στρέμματα γης, λεμονιές, ροδιές, συκιές, κοτέτσι, αποθήκες, πεζούλια και μια ατελείωτη περίφραξη που παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Κάθε πέτρα είχε περάσει από τα χέρια του. Κάθε δέντρο το είχε φυτέψει ο ίδιος. Όταν καθόταν στην αυλή και έπινε καφέ, δεν κοιτούσε περιουσία. Κοιτούσε τον κόπο του να έχει πάρει μορφή.

Πριν όμως γίνει πωλητής, ο Θήτα ήτανε χαρισματικός δάσκαλος χορού. Στη Λάρνακα, πριν είκοσι χρόνια, είχε μια μικρή σχολή (με παραρτήματα σε όλη την Κύπρο). Όχι μεγάλη, όχι πολυτελή. Μια αίθουσα με καθρέφτες, ξύλινο πάτωμα, παλιό στερεοφωνικό και αφίσες ξεθωριασμένες από τον ήλιο. Εκεί δίδασκε βαλς, ταγκό, τσα τσα τσα, ρούμπα, σάλσα και τα συναφή λάτιν σε ανθρώπους που έρχονταν κουρασμένοι από τη δουλειά και ήθελαν για μια ώρα να γίνουν ελαφρύτεροι.

Εκεί γνώρισε την Εστέλλα.

Ήταν τότε είκοσι χρόνια νεότερή του, όμορφη με τρόπο αβίαστο, από εκείνες τις γυναίκες που μπαίνουν σε έναν χώρο και ο χώρος το νιώθει. Είχε έρθει για μαθήματα χορού με μια φίλη της, αλλά ύστερα από λίγες εβδομάδες, δεν ερχόταν πια μόνο για τον χορό.

Ο γάμος τους άρχισε με μουσική. Αυτό ο Θήτα δεν το ξέχασε ποτέ. Ακόμη και αργότερα, όταν η ζωή τους βάρυνε, όταν η σχολή έκλεισε και οι πωλήσεις έγιναν η σταθερή του δουλειά, όταν τα βήματα αντικαταστάθηκαν από τιμολόγια και διαδρομές, εκείνος πίστευε πως κάτω από όλα υπήρχε ακόμη εκείνος ο πρώτος ρυθμός. Πίστευε πως ο γάμος, άμα κρατήσει, ριζώνει.

Ύστερα ήρθε η πανδημία.

Η Εστέλλα άλλαζε σιγά σιγά, σταθερά και αμείωτα και όταν ο Θήτα το κατάλαβε, ήτανε πια αργά. Στην αρχή άναβε ένα κερί παραπάνω, έλεγε φωναχτά μια προσευχή το βράδυ, και συχνά αναμασούσε λίγες κουβέντες για φόβο και σωτηρία. Ύστερα το λιβάνι άναβε πρωί και βράδυ. Εικόνες μπήκαν στο σαλόνι, στην κουζίνα, στο υπνοδωμάτιο. Βιβλία με βίους Αγίων γέμισαν τα τραπέζια και τα ράφια. Το σπίτι που κάποτε μύριζε χώμα, ψωμί και καφέ άρχισε να μυρίζει μόνιμα κερί.

«Εγώ γυναίκα παντρεύτηκα, όχι μοναστήρι», της είπε ένα βράδυ.

Η Εστέλλα τον κοίταξε σαν να είχε κάνει αμαρτία.

Πήγαν σε ψυχολόγο. Πήγαν και στον πνευματικό της και ο Θήτα, μόνο και μόνο για να πει στον εαυτό του ότι προσπάθησε. Ο παπάς άκουσε και σώπασε. Η ψυχολόγος τής τα είπε νέτα σκέτα: το κοινό σπίτι δεν μπορεί να αλλάζει μορφή επειδή ο ένας από τους δύο αποφάσισε να ζήσει αλλιώς.

Η Εστέλλα άκουγε, μα δεν άκουγε. Κάποιοι άνθρωποι, όταν φύγουν από μέσα τους, μένουν ακόμη στο δωμάτιο. Αυτό τους κάνει πιο δύσκολους να τους αποχαιρετήσεις.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Θήτα της ζήτησε να χωρίσουν. Όχι με καβγάδες. Όχι με εκδικητική διάθεση, απλώς να πάρει ο καθένας το μερίδιό του και να προχωρήσει.

Τότε έμαθε πόσο λίγο ζυγίζει ο κόπος όταν δεν είναι γραμμένος σε χαρτί.

Το σπίτι ήταν στο όνομα της Εστέλλας. Εκείνη πήγε σε δικηγόρο. Με ασφαλιστικά μέτρα ο Θήτα βρέθηκε έξω από την πόρτα που είχε τοποθετήσει ο ίδιος. Πήρε λίγα ρούχα, δυο φωτογραφίες, μερικά εργαλεία κι ένα ζευγάρι παπούτσια με ξεραμένη λάσπη από το κτήμα.

Στην Πάφο νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα. Δυο δωμάτια, στενό μπαλκόνι, θέα σε δρόμο με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Καμία λεμονιά. Καμία ροδιά. Κανένα χώμα που να τον ξέρει.

Το χειρότερο δεν ήταν μόνο το σπίτι. Η Εστέλλα είχε κρατήσει και τα τετράδια της δουλειάς του, εκείνα με τους πελάτες, τα τηλέφωνα, τις παραγγελίες, τις μικρές ιδιοτροπίες του καθενός. Για έναν πωλητή αυτά δεν είναι απλές σημειώσεις. Είναι μνήμη. Χωρίς αυτά, ο Θήτα έπρεπε να ξαναρχίσει σαν άνθρωπος που ξυπνά και δεν θυμάται πού ζούσε.

Έναν χρόνο τον πέρασε δύσκολα. Δικαστήρια, αναβολές, δικηγόροι, μέρες με λίγα χρήματα, νύχτες χωρίς ύπνο. Κυκλοφορούσε μέσα στο μικρό διαμέρισμα σαν να ψάχνει κάτι χαμένο. Άνοιγε ντουλάπια χωρίς λόγο. Τακτοποιούσε εργαλεία που δεν είχε τι να τα κάνει και συχνά έβαζε τα παλιά κλειδιά πάνω στο τραπέζι, και τα κοιτούσε με τις ώρες, περιμένοντας κάτι να του πουν ή να τον παρηγορήσουν.

Οι άντρες σαν τον Θήτα δεν καταρρέουν θεατρικά. Καταρρέουν πρακτικά. Ξεχνούν να φάνε. Αργούν να ξυριστούν. Κρατούν αποδείξεις σε φακέλους και τις κοιτούν σαν να περιέχουν δικαιοσύνη. Και ο Θήτα ένιωθες πως συνεχώς βρισκόταν στα πρόθυρα τής κατάρρευσης.

Ώσπου ένα πρωί, εκεί που σκάλιζε τα πράγματά του, βρήκε ένα καινούργιο τετράδιο με μαύρο εξώφυλλο. Τότε, λες και τον χτύπησε ηλεκτρισμός, πετάχτηκε πάνω, έγραψε με κεφαλαία γράμματα τη φράση ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, έκανε ένα γενναίο μπάνιο και βγήκε έξω, στη αγορά, να συμμαζέψει τα κομμάτια τής δουλειάς του που είχαν φυλλορροήσει.

Ξανάρχισε να βρίσκει πελάτες. Έναν, μετά άλλον, μετά τρίτον. Και επειδή οι πωλήσεις δεν έφταναν, αλλά και επειδή η μοναξιά είχε αρχίσει να τον τρώει από μέσα, γύρισε στο παλιό του επάγγελμα. Στον χορό.

Δεν ξανάνοιξε τη σχολή της Λάρνακας. Εκείνη ανήκε σε άλλη ζωή. Νοίκιασε όμως ώρες σε μια αίθουσα στην Πάφο και άρχισε απογευματινά μαθήματα. Λίγα ζευγάρια, μερικές γυναίκες μόνες, δυο-τρεις άντρες που ήρθαν από περιέργεια και έμειναν από ντροπή. Ο Θήτα στεκόταν μπροστά τους, έβαζε μουσική και μετρούσε.

«Ένα, δύο, τρία. Μην κοιτάτε τα πόδια σας. Το σώμα θυμάται καλύτερα από το μυαλό».

Η συνομήλική του Τζώρτζια ήρθε στο μάθημα ένα απόγευμα Τρίτης. Ήταν διευθύντρια σε σχολείο τής Λεμεσού. Είχε φωτεινό πρόσωπο, μαλλιά βαμμένα χωρίς αγωνία και μάτια που πρόσεχαν τους άλλους πριν εκείνοι μιλήσουν. Δεν μπήκε στην αίθουσα για να φανεί. Μπήκε σαν άνθρωπος που ζητά λίγη χαρά χωρίς να θέλει να τη χρωστά.

«Έχω να χορέψω χρόνια», του είπε.

«Τότε είστε η καλύτερη μαθήτρια», απάντησε ο Θήτα.

«Γιατί;»

«Γιατί δεν έχετε ακόμη κακές συνήθειες. Ή τουλάχιστον δεν τις θυμάστε».

Εκείνη γέλασε. Το γέλιο της δεν ήταν νεανικό. Ήταν καλύτερο. Είχε περάσει από χρόνια και δεν είχε χαλάσει.

Η Τζώρτζια δεν είχε δικά της παιδιά. Είχε όμως μεγαλώσει σχεδόν σαν μάνα τα τρία παιδιά της αδελφής της. Ο μεγάλος ήταν είκοσι, η μεσαία στην εφηβεία, το μικρό οκτώ. Τα σπίτια τους στη Λεμεσό ήταν δίπλα δίπλα, σχεδόν ενωμένα. Τα παιδιά περνούσαν στην αυλή της όπως περνά κανείς στο σπίτι του. Η αδελφή της την αγαπούσε, αλλά την είχε δεδομένη. Το σχολείο επίσης. Όλοι ήξεραν πως η Τζώρτζια θα αναλάβει, θα βοηθήσει, θα τρέξει, θα διορθώσει, θα προλάβει.

Στην αρχή, ο Θήτα την έβλεπε όπως έβλεπε όλους τους μαθητές του. Της έδειχνε το ρυθμό, της διόρθωνε τη στροφή, της έλεγε να μην αγνοεί τη μουσική. Εκείνη μάθαινε γρήγορα, όχι επειδή ήταν φυσικό ταλέντο, αλλά επειδή ήξερε να ακούει.

Σύντομα, άρχισαν να κρυφομιλούν μετά το μάθημα. Πρώτα για τον χορό. Μετά για το σχολείο της. Μετά για τις πωλήσεις του. Μετά για το σπίτι στο βουνό.

Ο Θήτα της μίλησε για την Εστέλλα όχι με μίσος, αλλά με πένθος. Της είπε πως την είχε γνωρίσει κι εκείνη κάποτε μέσα σε αίθουσα χορού, στη Λάρνακα, όταν όλα έμοιαζαν ακόμη ανοιχτά. Της είπε πως με την Εστέλλα ο χορός είχε γίνει γάμος, και πως ο γάμος, χρόνια μετά, είχε γίνει δικαστήριο.

Η Τζώρτζια δεν βιάστηκε να τον παρηγορήσει.

«Δεν έχασες μόνο σπίτι», του είπε μια νύχτα.

«Τι έχασα;»

«σα να σε εξόρισαν από την πατρίδα».

Ο Θήτα σώπασε. Κανείς δεν του το είχε πει έτσι.

Από τότε άρχισε να την περιμένει. Να κοιτάζει την πόρτα της αίθουσας λίγο πριν αρχίσει το μάθημα. Να διαλέγει προσεκτικά τη μουσική. Να φορά καθαρό πουκάμισο. Να σκουπίζει το πάτωμα με όρεξη, λες και η αίθουσα ήταν ξανά ένα σπίτι που μπορούσε να του ανήκει.

Όταν κατάλαβε πως την αγαπούσε, τρόμαξε.

Στα νιάτα του, ο έρωτας είχε έρθει μαζί με ρυθμό, φώτα, καθρέφτες και σώματα που δεν ήξεραν ακόμη τι θα χάσουν. Τώρα ερχόταν με δικαστήρια, παλιά κλειδιά, παιδιά άλλων, σχολικές υποχρεώσεις, πληγές, φόβους. Στα εξήντα-κάτι, κανείς δεν μπαίνει στον έρωτα άδειος. Μπαίνει φορτωμένος. Και το ερώτημα δεν είναι μόνο αν αγαπά. Είναι αν ο έρωτάς του χωρά ανάμεσα στις υποχρεώσεις.

Το βράδυ μιας Πέμπτης, ο Θήτα αρρώστησε. Πυρετός, βήχας, αδυναμία. Τίποτε σπουδαίο για τους άλλους, μα αρκετό για έναν άνθρωπο που κρατιόταν όρθιος από πείσμα. Η Τζώρτζια ήρθε από τη Λεμεσό το Σάββατο πρωί με σούπα, λεμόνια, μέλι, θερμόμετρο και καθαρά σεντόνια. Του άλλαξε μαξιλαροθήκες, του έβαλε νερό δίπλα στο κρεβάτι, άνοιξε λίγο το παράθυρο.

Έμεινε μαζί του όλο το Σαββατοκύριακο. Την Κυριακή, και ενώ ο πυρετός δεν έλεγε να πέσει, μάζεψε τα πράγματά της.

Ο Θήτα την είδε.

«Φεύγεις;»

«Πρέπει».

«Τα παιδιά;»

«Και το σχολείο. Η μικρή έχει διαγώνισμα. Το μικρό πρέπει να πάει αγγλικά. Έχω και κάτι χαρτιά για αύριο».

Η κουβέντα έμεινε ανάμεσά τους βαριά. Εκείνη έφυγε. Ο Θήτα πέρασε το βράδυ άγρυπνος, όχι από τον πυρετό αλλά από τη σκέψη πως είχε αγαπήσει μια γυναίκα αλλά η σχέση τους δεν χωρούσε στη ζωή της.

Την άλλη μέρα μίλησαν στο τηλέφωνο.

«Δεν θέλω να είμαι το διάλειμμά σου», της είπε.

Η Τζώρτζια δεν απάντησε αμέσως.

«Έχεις δίκιο», είπε τελικά. «Μόνο που δεν ξέρω πώς να πάρω πίσω τη ζωή μου χωρίς να νιώσω πως εγκαταλείπω όλους αυτούς που με χρειάζονται».

«Και η σχέση μας σε χρειάζεται».

«Συμφωνώ».

«Δεν αρκεί».

«Ξέρω ότι είσαι ο άντρας που αγαπώ».

Η φράση τον ησύχασε και τον πόνεσε μαζί.

Η Τζώρτζια άρχισε τότε τις μικρές ανταρσίες της. Μια Τετάρτη είπε στην αδελφή της πως δεν θα πάει. Όχι πως δεν μπορεί. Πως δεν θα πάει. Στο σχολείο αρνήθηκε μια επιτροπή που όλοι θεωρούσαν δική της. Έκλεισε το κινητό μετά τις οκτώ και ένιωσε σαν να είχε κάνει έγκλημα. Το μικρό διάβασε μόνο του και έκανε λάθη. Η μεσαία θύμωσε. Η αδελφή της παραπονέθηκε. Ο κόσμος όμως δεν γκρεμίστηκε.

Ο Θήτα, από τη δική του πλευρά, έπρεπε να μάθει κάτι εξίσου δύσκολο: να μην κάνει την Τζώρτζια να πληρώσει για την Εστέλλα. Η Εστέλλα είχε έρθει στη ζωή του μέσα από τον χορό και είχε φύγει από τον γάμο τους ενώ έμενε ακόμη στο σπίτι. Η Τζώρτζια ερχόταν επίσης μέσα από τον χορό, αλλά δεν ήταν η ίδια ιστορία. Έφευγε συχνά, ναι. Όμως προσπαθούσε να επιστρέφει.

Η διαφορά ήταν λεπτή. Και οι πληγωμένοι άνθρωποι δυσκολεύονται στις λεπτές διαφορές.

Στο μεταξύ, η υπόθεση του σπιτιού συνεχιζόταν. Μάρτυρες, φωτογραφίες, αποδείξεις, αναβολές. Μια μέρα, έξω από το δικαστήριο, ο Θήτα είδε την Εστέλλα. Φορούσε μαύρα και κρατούσε κομποσκοίνι. Έδειχνε πιο αδύνατη, όχι δυστυχισμένη ακριβώς· μάλλον σαν άνθρωπος που κατοικεί κάπου μακριά από τους άλλους.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε.

Ο Θήτα την κοίταξε. Θυμήθηκε τη σχολή στη Λάρνακα. Την πρώτη της στροφή. Το γέλιο της στον καθρέφτη. Τη μέρα που την ερωτεύτηκε. Ύστερα θυμήθηκε τα κλειδιά, τα δέντρα, τα τετράδια, τα βράδια στο μικρό διαμέρισμα.

Χάθηκε μέσα σε όλα αυτά και δεν απάντησε.

«Προσεύχομαι για σένα», επέμενε εκείνη.

«Μην προσεύχεσαι μόνο», της είπε. «Πες και την αλήθεια στο δικαστήριο. Πώς μπορείς να προσεύχεσαι μέρα νύχτα και εδώ στο δικαστήριο να ορκίζεσαι και να λες αδιανόητα ψέματα, ότι τάχα το σπίτι το έφτιαξες εσύ μόνη σου;».

Η Εστέλλα χαμήλωσε τα μάτια.

Δεν έγινε θαύμα. Η Εστέλλα πάλι επανέλαβε τα ίδια ψέματατα, όπως και ο δικηγόρος της. Τα δικαστήρια δεν δίνουν θαύματα. Δίνουν ημερομηνίες. Μα εκείνη τη μέρα ο Θήτα γύρισε στην Πάφο ελαφρύτερος. Κατάλαβε πως δεν ήθελε πια να επιστρέψει στη ζωή που είχε μέσα στο παλιό σπίτι. Ήθελε δικαιοσύνη, όχι επιστροφή. Ήθελε να μη σβηστεί ο κόπος του, όχι να ξαναμπεί σε έναν τόπο όπου είχε ήδη πεθάνει κάτι.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στη μικρή γιορτή των μαθημάτων χορού, ο Θήτα χόρεψε με την Τζώρτζια μπροστά στους μαθητές του. Δεν ήταν παράσταση μεγάλη. Χόρευαν προσεκτικά, σαν άνθρωποι που ήξεραν πως κάθε βήμα θέλει τη σοφία του.

Κάποια στιγμή εκείνη βγήκε από την πίστα και έψαξε το κινητό της. Το βρήκε, κοίταξε την οθόνη, δίστασε. Ύστερα το έκλεισε και το έβαλε πάλι στην τσάντα.

Ο Θήτα το είδε.

Δεν είπε τίποτε. Μόνο της άπλωσε το χέρι.

Η Τζώρτζια γύρισε κοντά του.

Η μουσική ξανάρχισε. Ο Θήτα την κράτησε από τη μέση, όχι όπως κρατά κανείς κάτι που του ανήκει, αλλά όπως κρατά κάτι που του εμπιστεύτηκαν. Για μια στιγμή, μέσα στην αίθουσα, ο χρόνος μπερδεύτηκε. Η Λάρνακα πριν είκοσι χρόνια, η Εστέλλα στον καθρέφτη, το σπίτι στο βουνό, τα δικαστήρια, το μικρό διαμέρισμα, η Τζώρτζια με τα χαρτιά του σχολείου, όλα πέρασαν από μέσα του σαν παλιά μουσική.

Μα το χέρι που κρατούσε τώρα ήταν άλλο.

Ο γάμος τους συνεχώς αναβαλλόταν. Η δίκη δεν είχε τελειώσει. Τα παιδιά της αδελφής της εξακολουθούσαν να τη ζητούν. Το σχολείο εξακολουθούσε να τη βαραίνει. Οι πωλήσεις δεν έδιναν πάντα ό,τι ήλπιζε ο Θήτα. Τα μαθήματα χορού έδιναν κάποια χρήματα, πολλή αξιοπρέπεια και αρκετή επαφή με τον κόσμο.

Ο Θήτα εξακολουθούσε πότε πότε να φοβάται πως ό,τι αγαπά θα του το πάρουν. Η Τζώρτζια εξακολουθούσε να λέει περισσότερα "ναι" απ’ όσα άντεχε. Βλέπετε, ο έρωτας στα εξήντα δεν ήταν για αυτούς επιστροφή στη νεότητα. Δεν ήταν η παλιά σχολή της Λάρνακας, ούτε το πρώτο γέλιο της Εστέλλας, ούτε η ψευδαίσθηση πως η ζωή αρχίζει χωρίς λογαριασμούς.

Ήταν κάτι πιο ταπεινό και πιο δύσκολο.

Ήταν ένας άντρας που είχε χάσει το σπίτι του και ξαναμάθαινε να πατά στη γη χωρίς να υποφέρει. Ήταν μια γυναίκα που είχε μοιράσει τη ζωή της στους άλλους και ξαναμάθαινε να κρατά ένα μέρος για τον εαυτό της. Ήταν δυο άνθρωποι που πλησίαζαν το γήρας με ψυχές νεανικές και ερωτευμένες, διεκδικώντας μια θέση στον ήλιο τής ζωής, λίγο πριν το "στερνό το ξεψύχισμα δειλινού μυρωμένου".

Με αγάπη,
Κώστας Καλλίμαχος

ΥΓ. Το αφιερώνω στον αδελφό μου Θεόφιλο (Θήτα).

@ακόλουθοι
@κορυφαίοι θαυμαστές

Address

Nicosia

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Organization

Send a message to Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός:

Share